Η διατροφή χωρίς γλουτένη ίσως δεν είναι κατάλληλη για υγιή παιδιά

16/05/2016 09:59
Η διατροφή χωρίς γλουτένη ίσως δεν είναι κατάλληλη για υγιή παιδιά

Η διατροφή χωρίς γλουτένη ενδέχεται να κάνει περισσότερο κακό παρά καλό στα παιδιά τα οποία δεν πάσχουν από δυσανεξία, ευαισθησία ή αλλεργία στο σιτάρι, προειδοποιούν αμερικανοί επιστήμονες.

Τα τελευταία χρόνια, η διατροφή χωρίς γλουτένη έχει γίνει ιδιαιτέρως δημοφιλής και μελέτες έχουν δείξει πως σχεδόν ένας στους τέσσερις ενήλικες αγοράζουν τρόφιμα χωρίς γλουτένη.

Ωστόσο, η κοιλιοκάκη, η αυτοάνοση ασθένεια που αρρωσταίνει τους πάσχοντες όταν καταναλώνουν γλουτένη, είναι πολύ σπανιότερη: υπολογίζεται ότι λιγότερο από το 1% των ενηλίκων πάσχει από αυτήν.

Πολυάριθμοι άλλοι άνθρωποι, όμως, πιστεύουν ότι έχουν ευαισθησία στη συγκεκριμένη πρωτεΐνη, η οποία υπάρχει σε ορισμένα δημητριακά (σιτάρι, βρώμη, κριθάρι, σίκαλη).

Τώρα, σε ένα άρθρο της που δημοσιεύεται στην επιθεώρηση «The Journal of Pediatrics», η δρ Νορέλ Ρίζτσαλα Ράιλι, παιδογαστρεντερολόγος στο Ιατρικό Κέντρο του Πανεπιστημίου Κολούμπια, στη Νέα Υόρκη, αναφέρει ότι πολλοί γονείς βάζουν και τα παιδιά τους να τρέφονται χωρίς γλουτένη, επειδή έχουν λανθασμένες απόψεις γι’ αυτήν και δεν γνωρίζουν ότι μπορεί να κρύβει κινδύνους.

«Πολλοί γονείς πιστεύουν ότι μία διατροφή χωρίς γλουτένη κάνει καλό στο πεπτικό, προλαμβάνει την κοιλιοκάκη και είναι γενικώς μία υγιεινή διατροφή, και έτσι την εντάσσουν στην καθημερινότητα των παιδιών τους δίχως να έχουν προηγηθεί διαγνωστικές εξετάσεις για κοιλιοκάκη ή να συμβουλευθούν έναν διαιτολόγο», γράφει.

Ωστόσο, η γλουτένη περιβάλλεται από πολλούς μύθους με πρώτον ότι η διατροφή χωρίς αυτήν είναι εξ ορισμού υγιεινή, συνεχίζει.

Η αλήθεια είναι πως δεν υπάρχουν επιστημονικά στοιχεία ότι ωφελεί τα παιδιά ή ενήλικες δίχως κοιλιοκάκη, αλλεργία στο σιτάρι ή μη οφειλόμενη στην κοιλιοκάκη ευαισθησία στη γλουτένη (NCGS) – μία διαταραχή που υπολογίζεται ότι προσβάλλει ποσοστό έως και 6% του πληθυσμού και προκαλεί γαστρεντερικά συμπτώματα τα οποία οφείλονται στην γλουτένη.
Επιπλέον, η διατροφή χωρίς γλουτένη μπορεί να συνοδεύεται από ορισμένους κινδύνους, ιδίως όταν την ακολουθεί κάποιος δίχως την καθοδήγηση ενός πεπειραμένου γιατρού ή διαιτολόγου, τονίζει η δρ Ράιλι.

Όπως εξηγεί, τα τρόφιμα χωρίς γλουτένη συχνά έχουν αυξημένη περιεκτικότητα σε λιπαρά και ζάχαρη και μελέτες έχουν δείξει πως η ακολούθηση μιας διατροφής χωρίς γλουτένη σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο παχυσαρκίας, νεοεμφανιζόμενης αντοχής στην ινσουλίνη και μεταβολικού συνδρόμου.

Ένας άλλος μύθος είναι πως η γλουτένη είναι τοξική. Η αλήθεια είναι πως δεν υπάρχει επιστημονικά στοιχεία ότι ασκεί τοξική επίδραση σε υγιή και ασυμπτωματικά άτομα, ανεξαρτήτως ηλικίας.

Επιπλέον, πολλά τρόφιμα χωρίς γλουτένη δεν είναι εμπλουτισμένα με βιταμίνες και ιχνοστοιχεία και έτσι η διατροφή χωρίς γλουτένη μπορεί να οδηγήσει σε ανεπάρκειες θρεπτικών συστατικών, προσθέτει η δρ Ράιλι.

Όσον αφορά την πεποίθηση πως η διατροφή χωρίς γλουτένη μπορεί να δράσει προληπτικά έναντι της ανάπτυξης κοιλιοκάκης, δεν υπάρχουν μελέτες που να υποστηρίζουν ότι η αποφυγή της πρωτεΐνης μπορεί να αποτρέψει ή έστω να καθυστερήσει την εμφάνιση της νόσου.

Μάλιστα αυτό ισχύει ακόμα και για τα παιδιά με οικογενειακό ιστορικό της νόσου που έχουν κληρονομική ευπάθεια για ανάπτυξη κοιλιοκάκης.

Και μετά, είναι οι οικονομικές και κοινωνικές συνιστώσες του όλου θέματος: πολλά προϊόντα χωρίς γλουτένη είναι πιο ακριβά από τα συμβατικά, ενώ η αυστηρή ακολούθηση μιας διατροφής χωρίς γλουτένη μπορεί να οδηγήσει σε περιορισμό των κοινωνικών δραστηριοτήτων ή ακόμα και στην κοινωνική απομόνωση, όπως έχουν δείξει μερικές μελέτες.

Όλ’ αυτά σημαίνουν ότι «οι γιατροί θα πρέπει να ενημερώνουν τους γονείς για τις πιθανές διατροφικές, κοινωνικές και οικονομικές συνέπειες της αναίτιας εφαρμογής μιας διατροφής χωρίς γλουτένη στα παιδιά», δήλωσε η δρ Ράιλι.

Και αυτό διότι «λόγω των δυνητικών διατροφικών ανεπαρκειών και των ζητημάτων που άπτονται του τρόπου ζωής, μπορεί στην πραγματικότητα να κρύβει περισσότερους κινδύνους παρά οφέλη γι’ αυτά».
tanea.gr