Νέα θεραπεία στη διάθεση των ασθενών με μη λοιμώδη ραγοειδίτιδα

25/10/2016 12:58
Νέα θεραπεία στη διάθεση των ασθενών με μη λοιμώδη ραγοειδίτιδα

Αθήνα
Μια νέα θεραπευτική επιλογή έχουν πλέον στην διάθεσή τους οι έλληνες οφθαλμίατροι ως προς την καλύτερη αντιμετώπιση των ασθενών με μη λοιμώδη ραγοειδίτιδα, μια φλεγμονή του ραγοειδούς χιτώνα, δηλαδή του μεσαίου στρώματος του οφθαλμού, που μπορεί να οδηγήσει σε μειωμένη όραση ή απώλεια της όρασης, καθώς αποτελεί την πέμπτη αιτία τύφλωσης στον ανεπτυγμένο κόσμο.

Μετά την απόφαση του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Φαρμάκων να δώσει μιας νέας ένδειξης του βιολογικού παράγοντα adalimumab για τη θεραπεία ορισμένων μορφών μη λοιμώδους ραγοειδίτιδας, οι οφθαλμίατροι μπορούν πλέον να το συνταγογραφούν απευθείας στον ασθενή χωρίς να χρειάζεται να περάσει από γνωμοδοτική επιτροπή του ΕΟΠΥΥ.

Το adalimumab στοχεύει και βοηθά στη δέσμευση του παράγοντα TNF-α, μιας συγκεκριμένης αιτίας φλεγμονής, που μπορεί να παίζει ρόλο στη ραγοειδίτιδα. Τα αποτελέσματα δύο κύριων μελετών φάσης 3, των VISUAL-I και VISUAL-II, έδειξαν ότι οι ασθενείς με ενεργή και με ελεγχόμενη μη λοιμώδη διάμεση ραγοειδίτιδα, οπίσθια ραγοειδίτιδα και πανραγοειδίτιδα, στους οποίους χορηγήθηκε adalimumab, είχαν σημαντικά μικρότερο κίνδυνο έξαρσης της νόσου ή μείωσης της οπτικής οξύτητας, σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο.

Έτσι, το adalimumab είναι πλέον η πρώτη και μοναδική εγκεκριμένη βιολογική θεραπεία για τη μη λοιμώδη ενδιάμεση ραγοειδίτιδα, οπίσθια ραγοειδίτιδα και πανραγοειδίτιδα σε ενήλικες ασθενείς με ανεπαρκή ανταπόκριση στην κορτιζόνη, σε ασθενείς για τους οποίους απαιτείται σταδιακή μείωσή της, καθώς και σε ασθενείς που αντενδείκνυται η θεραπεία με κορτιζόνη.

Το adalimumab χορηγείται αυτή τη στιγμή για τη θεραπεία 13 διαφορετικών νοσημάτων σε περισσότερους από 1.000.000 ασθενείς, διεθνώς.

Σύμφωνα με τον Νικόλαο Μαρκομιχελάκη, Οφθαλμίατρο, επιστημονικό υπεύθυνο του Ινστιτούτου Οφθαλμικής Φλεγμονής και Παθολογίας Οφθαλμού «οι ραγοειδίτιδες αποτελούν μια ετερογενή ομάδα σπάνιων νοσημάτων, που προσβάλλουν κυρίως τις ηλικιακές ομάδες που αποτελούν τον ενεργό πληθυσμό. Σύμφωνα με την εμπειρία μου, η αιτιολογία των ραγοειδιτίδων είναι αντίστοιχη με αυτή που αναφέρεται και στον υπόλοιπο κόσμο, όπως και οι κλινικές εκδηλώσεις τους, δηλαδή πόνος, φωτοφοβία, ερυθρότητα, θόλωση όραση και μυοψίες».

Οι ραγοειδίτιδες εκδηλώνονται ως ένα χρόνιο νόσημα που μπορεί να παρουσιάζει περιόδους σταθερότητας και εξάρσεις και έχει σημαντική επίπτωση στην όραση των ασθενών, καθώς προκαλεί σοβαρή μείωση όρασης στο 35% των ασθενών και στο 10% τύφλωση, ενώ οι επιπλοκές της, όπως το γλαύκωμα και ο καταρράκτης, είναι πιο συχνές με τη διάρκεια της νόσου.

Πολλές φορές ο οφθαλμίατρος συνεργάζεται με ιατρούς άλλων ειδικοτήτων, όπως Ρευματολόγοι ή Παιδίατροι, τόσο για την ολοκληρωμένη διάγνωση της νόσου, καθώς ένα σημαντικό ποσοστό των ασθενών παρουσιάζει και άλλα νοσήματα, τα οποία προκαλούν ραγοειδίτιδα, όσο και για τη θεραπεία. Τις τελευταίες δεκαετίες έχει μειωθεί το ποσοστό των ασθενών που τυφλώνονται εξ αιτίας της ραγοειδίτιδας, τόσο λόγω της καλύτερης συνεργασίας μεταξύ των ιατρών όσο και της χρήσης ανοσοκατασταλτικών φαρμάκων.

Η νόσος μπορεί να εκδηλωθεί από τη βρεφική ηλικία μέχρι και πολύ μεγάλες ηλικίες, ανεξαρτήτως φύλου. Οι ασθενείς, ωστόσο, είναι κυρίως άτομα, ηλικίας 20 έως 65 ετών, που ανήκουν στον ενεργό πληθυσμό, αλλά και παιδιά. Συμφώνα, μάλιστα με εκτιμήσεις, ο επιπολασμός της νόσου σε ευρωπαϊκές χώρες κυμαίνεται περίπου στα 7 άτομα ανά 10.000, ενώ το αντίστοιχο νούμερο για τις ΗΠΑ είναι 20 άτομα ανά 10.000.

Σε ένα ποσοστό σχεδόν 50%, δεν είναι εφικτή η εξακρίβωση της αιτίας για την εμφάνιση της νόσου και χαρακτηρίζεται ως ιδιοπαθής ή άγνωστης αιτιολογίας. Υπάρχουν πολλά αίτια, με τα κυριότερα να είναι: τραύμα ή χειρουργική επέμβαση, αυτοάνοσο νόσημα, φαρμακευτική αγωγή ή λοίμωξη. Συνεπώς, η νόσος αποτελεί εκδήλωση ενός συστηματικού νοσήματος ή περιορίζεται αποκλειστικά στο μάτι.

Τα συμπτώματα της ραγοειδίτιδας μπορεί να εμφανιστούν ξαφνικά στο ένα ή και στα δύο μάτια των ασθενών και να επιδεινωθούν ραγδαία, ωστόσο ενδέχεται σε ορισμένες περιπτώσεις να αναπτυχθούν και σταδιακά. Περιλαμβάνουν κυρίως ερυθρότητα και πόνο στο μάτι, ευαισθησία στο φως, θολή ή μειωμένη όραση, κινούμενες κηλίδες στο οπτικό πεδίο του ασθενούς (floaters).

Η απώλεια της όρασης, που συνδέεται με τη ραγοειδίτιδα, μπορεί να επηρεάσει πολλές πτυχές της ζωής των ασθενών, μεταξύ αυτών τις καθημερινές τους δραστηριότητες, την κοινωνική τους ζωή, την ικανότητά τους να εργαστούν ή να οδηγήσουν. Έτσι, γίνεται αντιληπτό ότι οι επιπτώσεις της νόσου επηρεάζουν τους ασθενείς, τόσο σε προσωπικό όσο και κοινωνικό επίπεδο, καθώς αφενός η φροντίδα τους απαιτεί περισσότερους πόρους από το σύστημα υγείας, ενώ οι ίδιοι αντιμετωπίζουν αυξημένο κίνδυνο απουσίας από τη δουλειά τους ή αποχώρησης από την αγορά εργασίας.

Η διάγνωση της ραγοειδίτιδας, γίνεται με συνδυασμό κλινικής εξέτασης και εργαστηριακών ευρημάτων (απεικονιστικών και άλλων μεθόδων). Επειδή έως και στο 25% των περιπτώσεων η αιτία είναι κάποια λοίμωξη, το πρώτο που πρέπει αρχικά να διευκρινιστεί είναι αν η ραγοειδίτιδα είναι λοιμώδης ή όχι.

Είναι σημαντικό να επισημανθεί πως, παρά το γεγονός ότι για πολλές περιπτώσεις η αιτία παραμένει άγνωστη, ο ασθενής θα πρέπει να λαμβάνει την κατάλληλη θεραπευτική αγωγή. Η έγκαιρη διάγνωση και θεραπεία συμβάλουν καταλυτικά στη διατήρηση και βελτίωση της όρασης του ασθενούς.

Τόσο η διάγνωση, όσο και η θεραπεία της ραγοειδίτιδας μπορεί να είναι περίπλοκες, καθώς περίπου το ένα τρίτο των ασθενών με μη λοιμώδη αιτιολογία, έχουν επίσης διαγνωστεί με υποκείμενο αυτοάνοσο νόσημα και ενδέχεται οι ίδιοι ασθενείς να παρακολουθούνται παράλληλα από οφθαλμίατρο και ρευματολόγο.

Να σημειωθεί ότι, όπως λέει και η Σοφία Ανδρούδη, επίκουρο καθηγήτρια Οφθαλμολογίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας και πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Μελέτης Οφθαλμικών Φλεγμονών και Λοιμώξεων (ΕΕΜΟΦΛ), «μέχρι σήμερα η κορτιζόνη συνιστά τη βασική θεραπεία, στις μη λοιμώδεις μορφές της ραγοειδίτιδας, ενώ η αγωγή αυτή μπορεί να μην είναι αποτελεσματική σε όλους τους ασθενείς και επιπλέον μπορούν να προκαλέσει σοβαρές βραχυπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες, ανεπιθύμητες ενέργειες, όπως γλαύκωμα, καταρράκτη, οστεοπόρωση κ.α.»

health.in.gr