Λεγιονέλλωση

04/12/2013 08:06
Λεγιονέλλωση

Για τη νόσο των Λεγεωναρίων ευθύνεται το βακτηρίδιο λεγιονέλλα που είναι επίσης γνωστό με την ονομασία λεγεωνέλλα. Το βακτηρίδιο πήρε το όνομα αυτό το 1976 όταν πολλοί άνθρωποι που έλαβαν μέρος σε συνέδριο της Αμερικανικής Λεγεώνας στη Φιλαδέλφεια των Ηνωμένων Πολιτειών παρουσίασαν πνευμονία λόγω μόλυνσης από το συγκεκριμένο μικρόβιο. Το εν λόγω βακτηρίδιο υπήρχε και πριν από το 1976. Ωστόσο σήμερα αναγνωρίζονται περισσότερα περιστατικά της νόσου των Λεγεωναρίων. Ο λόγος είναι διότι κάθε περιστατικό πνευμονίας διερευνάται για να φανεί εάν η λεγιονέλλα ευθύνεται για τη μόλυνση του πνεύμονα. Κάθε χρόνο, μεγάλος αριθμός ανθρώπων προσβάλλονται από τη λεγιονέλλα. Όμως πολλές μολύνσεις από το μικρόβιο δεν δηλώνονται ή δεν γίνεται η διάγνωση. Συνήθως εκδηλώνονται περισσότερα περιστατικά το καλοκαίρι ή νωρίς το φθινόπωρο αλλά είναι δυνατόν να παρουσιαστούν σε οποιαδήποτε εποχή του χρόνου. Η λεγιονέλλα προκαλεί επίσης ακόμη μια πιο ήπια μορφή νόσου χωρίς πνευμονία που αποκαλείται πυρετός Pontiac που μοιάζει με τη γρίπη. Και οι δύο μορφές της πάθησης που προκαλεί η λεγιονέλλα ονομάζονται λεγιονέλλωση. Ο πυρετός Pontiac συνήθως υποχωρεί από μόνος του και δεν χρειάζεται αντιβίωση. Όμως η νόσος των Λεγεωναρίων εάν δεν αντιμετωπισθεί με αντιβίωση μπορεί να οδηγήσει στο θάνατο.

Οι χώροι στους οποίους ζει η λεγιονέλλα
Τα βακτηρίδια λεγιονέλλα υπάρχουν στο φυσικό περιβάλλον, συνήθως στο νερό. Τα βακτηρίδια αναπτύσσονται καλύτερα σε θερμό νερό όπως αυτό που δυνατόν να υπάρχει σε ζεστή μπανιέρα, σε ντεπόζιτα ζεστού νερού, σε ψυκτικά κλιματιστικά, σε μεγάλες υδραυλικές εγκαταστάσεις ή σε μέρη των κλιματιστικών συστημάτων μεγάλων κτιρίων. Τα βακτηρίδια δεν φαίνεται να επιβιώνουν στα κλιματιστικά αυτοκινήτων ή των ξεχωριστών μονάδων κλιματιστικών που βάζουμε για παράδειγμα πάνω από τα παράθυρα.

Τρόποι μετάδοσης της λεγιονέλλας στους ανθρώπους
Οι άνθρωποι μολύνονται από τα βακτηρίδια της λεγιονέλλας και παρουσιάζουν τη νόσο των Λεγεωναρίων όταν εισπνέουν σταγονίδια νερού που αιωρούνται στον αέρα τα οποία έχουν μολυνθεί από τα βακτηρίδια λεγιονέλλα. Η μόλυνση των αθρώπων γίνεται για παράδειγμα όταν εισπνέουν ατμό ή υγρασία αέρα που προέρχονται από συσκευές ή συστήματα που δεν έχουν συντηρηθεί, καθαριστεί και απολυμανθεί επαρκώς. Τα βακτήρια δεν μεταδίδονται από άνθρωπο σε άνθρωπο. Μια έξαρση της νόσου είναι κατάσταση στην οποία δύο ή περισσότερα άτομα παρουσιάζουν τη νόσο στον ίδιο χώρο και στην ίδια περίπου χρονική περίοδο. Μια τέτοια κατάσταση μπορεί για παράδειγμα να συμβεί σε ένα νοσοκομείο. Τα νοσοκομεία έχουν πολύπλοκα συστήματα αγωγών με νερό. Επιπρόσθετα έχουν πολλούς ασθενείς που πάσχουν από ασθένειες που αδυνατίζουν το σύστημα άμυνας του οργανισμού τους γεγονός που αυξάνει τον κίνδυνο να προσβληθούν από τη λεγιονέλλα. Εξάρσεις της νόσου έχουν συσχετισθεί με τη χρήση σπρέι, νεφελοποιητών, υγραντήρων, μηχανημάτων παραγωγής υδρατμών ή ψεκασμών σε κοινότητες. Επίσης καταγράφηκαν εξάρσεις της νόσου σε ξενοδοχεία και σε κρουαζιερόπλοια που αποδόθηκαν σε ψυκτικά συστήματα, σε μπάνια, σε πισίνες, σε συστήματα κλιματισμού μεγάλων κτιρίων και σε νερό που χρησιμοποιήθηκε για πόση ή για μπάνια.

Τα συμπτώματα της νόσου των Λεγεωναρίων
Τα σημεία και συμπτώματα της νόσου των Λεγεωναρίων συνήθως εκδηλώνονται εντός 2 έως 14 ημερών μετά από την έκθεση του ασθενούς στο βακτηρίδιο. Τα συμπτώματα της νόσου είναι παρόμοια με αυτά πολλών άλλων μορφών πνευμονίας. Για αυτό στα αρχικά στάδια είναι δύσκολο να γίνει η διάγνωση της.

Τα αρχικά σημεία της νόσου περιλαμβάνουν:

* Ψηλό πυρετό
* Ρίγος
* Βήχα
* Μερικοί ασθενείς μπορεί να έχουν πονοκέφαλους και μυϊκούς πόνους

Εάν δεν αντιμετωπισθεί με αντιβίωση η νόσος, από τη δεύτερη μέρα και μετά τα σημεία και συμπτώματα επιδεινώνονται ή παρουσιάζονται και άλλα:

* Ο βήχας μπορεί να γίνει εντονότερος, παραγωγικός και μερικές φορές υπάρχει αίμα μαζί με τα φλέγματα (αιμόπτυση)
* Πόνος
* Δύσπνοια
* Κούραση
* Ανορεξία
* Εμετοί, διάρροια, αναγούλες

Σύγχυση και άλλες διαταραχές των πνευματικών λειτουργιών
Η νόσος των Λεγεωναρίων μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρές επιπλοκές όπως αναπνευστική ανεπάρκεια, σηψαιμικό σοκ και οξεία νεφρική ανεπάρκεια. Εάν η νόσος δεν αντιμετωπισθεί αποτελεσματικά και έγκαιρα μπορεί να οδηγήσει στο θάνατο. Οι ευπαθείς ομάδες του πληθυσμού όπως τα νεογνά, οι ηλικιωμένοι, οι καρκινοπαθείς, οι διαβητικοί, οι νεφροπαθείς, οι ασθενείς με χρόνιες παθήσεις του πνεύμονα, οι ασθενείς που έχουν μεταμοσχευτεί, οι ασθενείς που λαμβάνουν χημειοθεραπεία ή άλλα φάρμακα που καταστέλλουν το ανοσοποιητικό τους σύστημα και οι ασθενείς που υποβλήθηκαν σε μεγάλες χειρουργικές επεμβάσεις, κινδυνεύουν περισσότερο από τη νόσο και τις επιπλοκές της.

Η διάγνωση της νόσου των Λεγεωναρίων
Το ιστορικό του ασθενούς βοηθά ουσιαστικά στη διάγνωση. Η κλινική εξέταση διευκρινίζει μεταξύ άλλων εάν υπάρχουν ή όχι σημεία εμπλοκής του αναπνευστικού συστήματος ή άλλη σοβαρή επιπλοκή. Η ακτινογραφία του θώρακα χρειάζεται για να δείξει εάν υπάρχει η πνευμονία που προκαλεί το βακτηρίδιο. Τα βακτηρίδια λεγιονέλλα επιβιώνουν, αναπτύσσονται και πολλαπλασιάζονται στους πνεύμονες των ασθενών. Διάφορα τεστ που μπορούν να γίνουν στο αίμα, στα ούρα και στα φλέγματα των ασθενών είναι σε θέση να τεκμηριώσουν την ύπαρξη του βακτηριδίου της λεγιονέλλας στον οργανισμό του ασθενούς. Στα ούρα μπορεί να αναγνωρισθεί αντιγόνο της λεγιονέλλας. Στο αίμα των ασθενών μπορούν να ανιχνευτούν ειδικά αντισώματα κατά της λεγιονέλλας. Επίσης γίνονται καλλιέργειες από αναπνευστικές εκκρίσεις, φλέγματα, και σε βιοψία από πνεύμονες για σκοπούς ανίχνευσης του βακτηριδίου.

Η θεραπεία
Η θεραπεία βασίζεται στην έγκαιρη χορήγηση των αντιβιοτικών που είναι αποτελεσματικά κατά της λεγιονέλλας. Οι καλλιέργειες της λεγιονέλλας με αντιβιόγραμμα ευαισθησίας του βακτηριδίου δίνουν πολύτιμα στοιχεία για τα αντιβιοτικά που εξολοθρεύουν το μικρόβιο. Τα αντιβιοτικά πρέπει να χορηγούνται μόλις υπάρξει υποψία για νόσο των Λεγεωναρίων χωρίς να αναμένονται τα αποτελέσματα του εργαστηρίου. Τα αντιβιοτικά που χρησιμοποιούνται συνήθως για την καταπολέμηση της λεγιονέλλας ανήκουν στην οικογένεια των κινολονών (σιπροφλοξασίνη, λεβοφλοξασίνη, μοξιφλοξασίνη, γκατιφλοξασίνη) και στην οικογένεια των μακρολίδων (αζιθρομυκίνη, κλαριθροµυκίνη, ερυθρομυκίνη). Η αντιμετώπιση μπορεί επίσης να περιλάβει ενυδάτωση, χορήγηση ηλεκτρολυτών, οξυγόνου, θεραπεία μιας ενδεχόμενης αναπνευστικής ανεπάρκειας με μηχανική αναπνοή (διασωλήνωση και τοποθέτηση του ασθενούς στον αναπνευστήρα), αγωγή για σηψαιμικό σοκ ή για οξεία νεφρική ανεπάρκεια.

Leave a Reply