Ρινοφαρυγγίτιδα

11/02/2014 14:05

Το κοινό κρυολόγημα, γνωστό και ως ρινοφαρυγγίτιδα, οξεία ρινοφαρυγγίτιδα ή απλώς κρυολόγημα, είναι μια εξαιρετικά μεταδοτική νόσος του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος, η οποία προσβάλλει κυρίως τη μύτη. Τα συμπτώματα περιλαμβάνουν βήχα, πονόλαιμο, ρινική καταρροή (ρινόρροια) και πυρετό. Τα συμπτώματα υποχωρούν συνήθως μέσα σε 7-10 ημέρες, ορισμένα, ωστόσο, μπορούν να διαρκέσουν μέχρι και 3 εβδομάδες. Ο αριθμός των ιών που μπορούν να προκαλέσουν κοινό κρυολόγημα υπερβαίνει τους διακόσιους, με πιο συχνό τον ρινοϊό. Οι οξείες λοιμώξεις της μύτης, των ιγμορείων, του λαιμού ή του λάρυγγα (λοίμωξη της ανώτερης αναπνευστικής οδού) κατηγοριοποιούνται ανάλογα με την περιοχή του σώματος που έχει προσβληθεί περισσότερο. Το κοινό κρυολόγημα προσβάλλει κατά κύριο λόγο τη μύτη, η φαρυγγίτιδα το λαιμό και η ιγμορίτιδα τα ιγμόρεια. Τα συμπτώματα είναι αποτέλεσμα της απόκρισης του ανοσοποιητικού συστήματος στη λοίμωξη παρά της καταστροφής των ιστών από τους ίδιους τους ιούς.

Η πρωταρχική μέθοδος πρόληψης ενάντια στη λοίμωξη είναι το πλύσιμο των χεριών, ενώ αποδεικτικά στοιχεία υποστηρίζουν και την αποτελεσματικότητα της χρήσης ιατρικής μάσκας. Δεν υπάρχει θεραπεία για το κοινό κρυολόγημα, παρά μόνο για την καταπολέμηση των συμπτωμάτων του. Πρόκειται για την πιο συχνή μεταδοτική νόσο στον άνθρωπο. Οι ενήλικες εμφανίζουν 2-3 κρυολογήματα το χρόνο, ενώ τα παιδιά από 6 έως 12. Πρόκειται για μια λοίμωξη που ταλαιπωρεί την ανθρωπότητα από την αρχαιότητα. Τα πιο κοινά συμπτώματα του κρυολογήματος είναι ο βήχας, το συνάχι, η ρινική συμφόρηση και ο πονόλαιμος. Επιπρόσθετα συμπτώματα περιλαμβάνουν μυϊκούς πόνους (μυαλγίες), αίσθημα κόπωσης, πονοκέφαλο και απώλεια ορέξεως. Το 40% του πληθυσμού παρουσιάζει πονόλαιμο και το 50% βήχα. Μυϊκοί πόνοι παρουσιάζονται περίπου στις μισές των περιπτώσεων. Παρόλο που ο πυρετός δεν αποτελεί κοινό σύμπτωμα στους ενήλικες, στα βρέφη και τα παιδιά είναι συνήθης.

Ο βήχας που προκαλεί το κρυολόγημα είναι συνήθως ήπιος σε σύγκριση με το βήχα της γρίπης (ινφλουέντσα). Ο βήχας και ο πυρετός στους ενήλικες υποδεικνύουν υψηλή πιθανότητα λοίμωξης από τον ιό της γρίπης. Ένας αριθμός των ιών που προκαλούν το κοινό κρυολόγημα μπορεί παρ’ όλα αυτά να μην παρουσιάσει συμπτώματα. Οι βλέννες που εκκρίνονται από τους κατώτερους αεραγωγούς (πτύελα) μπορεί να είναι διαυγείς, κίτρινες ή πράσινες. Το χρώμα των βλεννωδών εκκρίσεων δεν υποδεικνύει εάν η λοίμωξη οφείλεται σε βακτήριο ή ιό. Το κρυολόγημα εκδηλώνεται συνήθως με αίσθημα κόπωσης και ψύχους, φτέρνισμα και πονοκέφαλο, τα οποία μετά από 2 ημέρες περίπου ακολουθούνται από επιπρόσθετα συμπτώματα όπως συνάχι και βήχα. Τα συμπτώματα επιδεινώνονται συνήθως 2-3 ημέρες μετά την έναρξη της λοίμωξης.Συνήθως υποχωρούν μέσα σε 7-10 ημέρες, αλλά μπορούν να διαρκέσουν μέχρι και 3 εβδομάδες. Στο 35-40% των περιπτώσεων που αφορούν παιδιά, ο βήχας διαρκεί πάνω από δέκα ημέρες, ενώ στο 10% των περιπτώσεων υπερβαίνει τις 25 ημέρες.

Ιοί
Οι κορονοϊοί είναι μια ομάδα ιών γνωστή για την πρόκληση του κοινού κρυολογήματος. Κάτω από το ηλεκτρονικό μικροσκόπιο έχουν στέμμα ή κορωνοειδή μορφή. Το κοινό κρυολόγημα είναι μια εξαιρετικά μεταδοτική λοίμωξη της ανώτερης αναπνευστικής οδού. Ο ρινοϊός αποτελεί την πιο κοινή αιτία του κοινού κρυολογήματος, στον οποίο οφείλεται το 30-80% των περιπτώσεων. Ο ρινοϊός είναι ένας RNA ιός που ανήκει στην οικογένεια Πικορναϊών. Υπάρχουν 99 γνωστοί τύποι ιών σε αυτήν την οικογένεια ιών. Το κοινό κρυολόγημα μπορεί, ωστόσο, να προκληθεί και από άλλους ιούς. Ο κορονοϊός ευθύνεται για το 10-50% των περιπτώσεων, ενώ ο ιός της γρίπης για το 5-15%. Άλλοι ιοί που μπορούν να προκαλέσουν κρυολόγημα είναι ο ιός της ανθρώπινης παραγρίπης, ο αναπνευστικός συγκυτιακός ιός, οι αδενοϊοί, οι εντεροϊοί και ο μεταπνευμονοϊός. Συχνά, η λοίμωξη προκαλείται από τη συνύπαρξη περισσότερων από έναν ιούς.  Συνολικά, υπάρχουν πάνω από διακόσιοι διαφορετικοί ιοί που σχετίζονται με τα κρυολογήματα.

Ο ιός του κοινού κρυολογήματος μεταδίδεται συνήθως με δύο τρόπους: μέσω της εισπνοής ή της κατάποσης σταγονιδίων στον αέρα ή της επαφής με μολυσμένα αντικείμενα.  Δεν είναι ακόμα γνωστό ποια είναι η πιο κοινή μέθοδος μετάδοσης της νόσου. Οι ιοί αυτοί μπορούν να επιζήσουν μεγάλα χρονικά διαστήματα στο περιβάλλον. Έπειτα, μεταδίδονται μέσω των χεριών στα μάτια ή τη μύτη, όπου ξεκινά η λοίμωξη. Τα άτομα που βρίσκονται κοντά διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο να μολυνθούν. Η μετάδοση των ιών είναι συνηθέστερη σε παιδικούς σταθμούς και σε σχολεία λόγω των φτωχών συνθηκών υγιεινής και της συνύπαρξης πολλών παιδιών τα οποία διαθέτουν ανεπαρκή ανοσία. Αυτές οι λοιμώξεις, στη συνέχεια, μεταδίδονται και στα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας.  Δεν έχει αποδειχθεί εάν ο ανακυκλούμενος αέρας κατά τη διάρκεια των εμπορικών πτήσεων αποτελεί μέθοδο μετάδοσης της νόσου. Το κρυολόγημα που προκαλείται από ρινοϊούς είναι πιο μεταδοτικό τις 3 πρώτες μέρες των συμπτωμάτων. Μετά το πέρας των 3 ημερών η μεταδοτικότητά του μειώνεται κατά πολύ.

Μια παραδοσιακή θεωρία, στην οποία η νόσος οφείλει το όνομά της, είναι πως το κρυολόγημα μεταδίδεται με την παρατεταμένη έκθεσή μας σε κρύο καιρό, όπως στη βροχή ή σε χειμερινές συνθήκες. Ο ρόλος της μείωσης της θερμοκρασίας του σώματος ως παράγοντας κινδύνου είναι αμφιλεγόμενος. Κάποιοι από τους ιούς που προκαλούν το κοινό κρυολόγημα είναι εποχιακοί και κάνουν την εμφάνισή τους πιο συχνά κατά τις περιόδους κρύου ή υγρασίας. Πιστεύεται πως η πρωταρχική αιτία είναι ο αυξημένος χρόνος παραμονής μεγάλου αριθμού πληθυσμού σε κλειστούς χώρους, ειδικά των παιδιών όταν επιστρέφουν στα σχολεία. Ωστόσο, μπορεί να έχει να κάνει και με αλλαγές στο αναπνευστικό σύστημα, οι οποίες έχουν ως αποτέλεσμα την ευκολότερη μετάδοση της λοίμωξης. Τα χαμηλά επίπεδα υγρασίας μπορεί να αυξήσουν τα ποσοστά μετάδοσης λόγω του ξηρού αέρα, ο οποίος επιτρέπει στα σταγονίδια να σκορπίζονται ακόμα πιο μακριά και να παραμένουν στην ατμόσφαιρα για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.

Η συλλογική ανοσία, η ανοσία που προκύπτει όταν ένα σύνολο πληθυσμού γίνεται άνοσο απέναντι σε μια συγκεκριμένη λοίμωξη, προκύπτει από προηγούμενη έκθεση σε ιούς του κρυολογήματος. Έτσι, τα ποσοστά αναπνευστικών λοιμώξεων είναι υψηλότερα στις νεαρότερες ηλικίες από ό,τι σε μεγαλύτερες.[24] Η κακή λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος αποτελεί ακόμη έναν παράγοντα κινδύνου για τη νόσο. Η έλλειψη ύπνου και η κακή διατροφή έχουν επίσης συσχετισθεί με υψηλότερο κίνδυνο ανάπτυξης της λοίμωξης μετά από την έκθεση ενός ατόμου στο ρινοϊό. Αυτό συμβαίνει λόγω των επιπτώσεών τους στη λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος. Τα συμπτώματα του κοινού κρυολογήματος πιστεύεται πως σχετίζονται κυρίως με την απόκριση του ανοσοποιητικού στον ιό. Ο μηχανισμός αυτής της ανοσιακής απόκρισης είναι ειδικός για τον ιό. Για παράδειγμα, ο ρινοϊός μεταδίδεται κυρίως μέσω της άμεσης επαφής.

Προσκολλάται με άγνωστες μεθόδους στους υποδοχείς ICAM-1, πυροδοτώντας την ενεργοποίηση μεσολαβητών της φλεγμονής, που με τη σειρά τους παράγουν τα συμπτώματα. Σε γενικές γραμμές, ο ρινοϊός δεν προκαλεί ζημιά στο ρινικό επιθήλιο. Σε αντίθεση, ο αναπνευστικός συγκυτιακός ιός (RSV) μεταδίδεται μέσω της άμεσης επαφής αλλά και των σταγονιδίων που μεταφέρει ο αέρας. Έπειτα, πολλαπλασιάζεται στο εσωτερικό της μύτης και του λαιμού πριν ξεκινήσει να διαδίδεται στην κατώτερη αναπνευστική οδό. Ο RSV προκαλεί ζημιά στο επιθήλιο. Ο ιός της ανθρώπινης παραϊνφλουέντσας προκαλεί συνήθως φλεγμονή στη μύτη, το λαιμό και τους αεραγωγούς. Στα μικρά παιδιά, όταν προσβάλει την τραχεία, μπορεί να προκαλέσει ψευδομεμβρανώδη λαρυγγίτιδα, έντονο βήχα και δυσκολία στην αναπνοή. Αυτό συμβαίνει λόγω του μικρού μεγέθους των αεραγωγών των παιδιών.

Η διαφορά ανάμεσα στις λοιμώξεις της ανώτερης αναπνευστικής οδού βασίζεται κυρίως στην περιοχή εμφάνισης των συμπτωμάτων. Το κοινό κρυολόγημα προσβάλλει κυρίως τη μύτη, η φαρυγγίτιδα το λαιμό και η βρογχίτιδα τους πνεύμονες. Το κοινό κρυολόγημα χαρακτηρίζεται συχνά ως φλεγμονή της μύτης, ενώ μπορεί να προκαλέσει ως ένα βαθμό φλεγμονή και στο λαιμό. Η αυτοδιάγνωση αποτελεί συνήθη πρακτική. Η απομόνωση των ασθενών είναι σπάνια. Σε γενικές γραμμές, η αναγνώριση του ιού μέσω των συμπτωμάτων είναι αδύνατη. Ο μόνος αποτελεσματικός τρόπος πρόληψης του κοινού κρυολογήματος είναι προλαμβάνοντας σωματικά τη διάδοση των ιών. Αυτό περιλαμβάνει κυρίως το πλύσιμο των χεριών και τη χρήση ιατρικών μασκών. Σε νοσοκομειακό περιβάλλον ενδείκνυται η χρήση ιατρικής ρόμπας και γαντιών μιας χρήσης. Η απομόνωση των πασχόντων δεν είναι δυνατή, καθώς η νόσος είναι ευρέως διαδεδομένη και τα συμπτώματα μη συγκεκριμένα.

Ο εμβολιασμός έχει αποδειχθεί δύσκολος, καθώς ο αριθμός των ιών που σχετίζονται με τη νόσο είναι πολύ μεγάλος και οι ιοί μεταβάλλονται ταχύτατα. Η ανάπτυξη ενός εμβολίου ευρέος φάσματος προστασίας είναι εξαιρετικά απίθανη. Το συχνό πλύσιμο χεριών μειώνει τη μετάδοση των ιών του κρυολογήματος. Αυτή η μέθοδος είναι πολύ πιο αποτελεσματική ιδίως στα παιδιά. Δεν είναι γνωστό εάν η χρήση αντιϊκών ή αντιβακτηριδιακών μέσων κατά το καθημερινό πλύσιμο των χεριών αυξάνει τα πλεονεκτήματά του. Η χρήση ιατρικών μασκών όταν βρισκόμαστε κοντά σε πάσχοντες μπορεί να είναι αποτελεσματική. Δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία που να αποδεικνύουν πως η κοινωνική απόσταση είναι ή όχι ωφέλιμη. Δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι η λήψη συμπληρωμάτων ψευδάργυρου έχει αποτελέσματα στη μείωση του αριθμού των κρυολογημάτων που θα κολλήσει κάποιος. Η τακτική λήψη συμπληρωμάτων βιταμίνης C δε μειώνει τον κίνδυνο ή τη δριμύτητα του κοινού κρυολογήματος. Ωστόσο, η βιταμίνη C είναι πιθανό να μειώσει τη διάρκειά του.

Σήμερα δεν υπάρχουν φάρμακα ή φυτικές θεραπείες που να έχει αποδειχθεί ότι μειώνουν τη διάρκεια της λοίμωξης. Η θεραπεία περιλαμβάνει την παροχή ανακούφισης από τα συμπτώματα. Αυτό μπορεί να περιλαμβάνει την αρκετή ανάπαυση, τη λήψη υγρών για τη διατήρηση της ενυδάτωσης και τις γαργάρες με ζεστό αλατόνερο. Μεγάλο μέρος του οφέλους από τη θεραπεία ωστόσο αποδίδεται στην επίδραση του εικονικού φαρμάκου. Οι θεραπείες που βοηθούν στην ανακούφιση των συμπτωμάτων περιλαμβάνουν τα φάρμακα για την απλή ανακούφιση του πόνου (αναλγητικά) και τη μείωση του πυρετού (αντυπυρετικά) όπως η ιβουπροφαίνη και η ακετανιμοφαίνη/παρακεταμόλη. Τα στοιχεία δεν δείχνουν ότι τα αντιβηχικά είναι πιο αποτελεσματικά από τα φάρμακα για την απλή ανακούφιση του πόνου (αναλγητικά). 

Επίσης τα αντιβηχικά φάρμακα δεν συστήνονται για χρήση σε παιδιά λόγω της έλλειψης αποδεικτικών στοιχείων που να υποστηρίζουν την αποτελεσματικότητα και τον κίνδυνο βλαβών. Το 2009, ο Καναδάς απαγόρευσε την χρήση μη συνταγογραφούμενων αντιβηχικών φαρμάκων και φαρμάκων για το κρυολόγημα σε παιδιά κάτω των έξι ετών λόγω ανησυχιών σχετικά με τους κινδύνους και τα μη αποδεδειγμένα οφέλη. Η κατάχρηση της δεξτρομεθορφάνης (ενός μη συνταγογραφούμενου αντιβηχικού φαρμάκου) οδήγησε στην απαγόρευσή του σε αρκετές χώρες. Στους ενήλικες, τα συμπτώματα της ρινικής καταρροής μπορούν να μειωθούν με αντιισταμινικά πρώτης γενιάς. Ωστόσο, τα αντιισταμινικά πρώτης γενιάς συνδέονται με παρενέργειες όπως η υπνηλία. Άλλα αποσυμφορητικά όπως η ψευδοεφεδρίνη είναι επίσης αποτελεσματικά στους ενήλικες. Το ιπρατρόπιο ρινικό σπρέι μπορεί να μειώσει τα συμπτώματα της ρινικής καταρροής, αλλά έχει ελάχιστη επίδραση στην πνιγηρότητα. Τα αντισταμινικά δεύτερης γενιάς δεν φαίνονται να είναι αποτελεσματικά.

Λόγω έλλειψης μελετών, δεν είναι γνωστό εάν η αυξημένη λήψη υγρών βελτιώνει τα συμπτώματα ή βραχύνει την ασθένεια του αναπνευστικού συστήματος. Υπάρχει παρόμοια έλλειψη δεδομένων για τη χρήση του θερμαινόμενου υγρού αέρα. Μία μελέτη διαπίστωσε ότι η γέλη επάλειψης στο θώρακα είναι αποτελεσματική στην παροχή κάποιας ανακούφισης από τα συμπτώματα του νυχτερινού βήχα, της συμφόρησης και της δυσκολίας στον ύπνο. Τα αντιβιοτικά δεν έχουν καμία επίδραση κατά των ιογενών λοιμώξεων κι έτσι δεν έχουν καμία επίδραση στο κοινό κρυολόγημα. Τα αντιβιοτικά συνταγογραφούνται συχνά παρόλο που οι παρενέργειές τους προκαλούν συνολική βλάβη. Τα αντιβιοτικά συνταγογραφούνται συχνά επειδή οι άνθρωποι περιμένουν από τους ιατρούς να τα συνταγογραφήσουν και οι ιατροί θέλουν να βοηθήσουν τους ανθρώπους. Η συνταγογράφηση των αντιβιοτικών γίνεται επίσης επειδή είναι δύσκολο να εξαιρεθούν τα αίτια των λοιμώξεων που μπορεί να αντιμετωπιστούν με τα αντιβιοτικά. Δεν υπάρχουν αποτελεσματικά αντιιικά φάρμακα για το κοινό κρυολόγημα παρόλο που μερικές προκαταρκτικές έρευνες έχουν δείξει οφέλη.

Ενώ υπάρχουν πολλές εναλλακτικές θεραπείες που χρησιμοποιούνται για το κοινό κρυολόγημα, δεν υπάρχουν επαρκείς επιστημονικές αποδείξεις για να υποστηρίξουν τη χρήση των περισσότερων θεραπειών.  Από το 2010, υπάρχουν ανεπαρκείς αποδείξεις για τη σύσταση υπέρ ή κατά του μελιού ή της ρινικής καταιόνησης. Τα συμπληρώματα του ψευδαργύρου μπορούν να μειώσουν τη σοβαρότητα και τη διάρκεια των συμπτωμάτων όταν λαμβάνονται εντός 24 ωρών από την έναρξή τους. Η επίδραση της βιταμίνης C στο κοινό κρυολόγημα, παρόλο που έχει ερευνηθεί εκτενώς, είναι απογοητευτική. Οι αποδείξεις για τη χρησιμότητα της εχινάτσιας είναι ασυνεπείς. Οι διαφορετικοί τύποι συμπληρωμάτων εχινάτσιας μπορεί να έχουν διαφορετική αποτελεσματικότητα.

Το κοινό κρυολόγημα είναι γενικά ήπιο και φεύγει μόνο του με τα συμπτώματα να βελτιώνονται σε μία εβδομάδα. Οι σοβαρές επιπλοκές, εάν συμβούν, αφορούν περισσότερο τους πολύ ηλικιωμένους, τους πολύ νεαρούς ή εκείνους που έχουν ανοσοκαταστολή (έχουν εξασθενημένο ανοσοποιητικό σύστημα). Μπορεί να λάβουν χώρα δευτερογενείς βακτηριακές λοιμώξεις οδηγώντας σε ιγμορίτιδα, φαρυγγίτιδα ή σε λοίμωξη του αυτιού. Υπολογίζεται ότι η ιγμορίτιδα λαμβάνει χώρα στο 8% των περιπτώσεων. Οι λοιμώξεις των αυτιών λαμβάνουν χώρα στο 30% των περιπτώσεων. Το κοινό κρυολόγημα είναι η πιο συνηθισμένη ανθρώπινη ασθένεια  και επηρεάζει ανθρώπους παγκοσμίως.  Οι ενήλικες τυπικά παθαίνουν δύο έως πέντε λοιμώξεις το χρόνο. Τα παιδιά μπορεί να περάσουν έξι έως δέκα κρυολογήματα το χρόνο (και μέχρι δώδεκα κρυολογήματα το χρόνο για τα παιδιά σχολικής ηλικίας). Τα ποσοστά συμπτωματικών λοιμώξεων αυξάνονται στα ηλικιωμένα άτομα λόγω εξασθένησης του ανοσοποιητικού συστήματος.

Leave a Reply