Σεξουαλικές δυσλειτουργίες

12/02/2014 14:06

Οί Σεξουαλικές Διαταραχές διακρίνονται στις Σεξουαλικές Δυσλειτουργίες και στις Παραφιλίες (ή Σεξουαλικές Παρεκκλίσεις). Οί Σεξουαλικές Δυσλειτουργίες χαρακτηρίζονται από διαταραχή στη σεξουαλική λειτουργία. Οί Παραφιλίες χαρακτηρίζονται από διαταραχή του σεξουαλικού σκοπού ή στόχου. Η διαφορά επομένως συνίσταται στο ότι ενώ στις παρεκκλίσεις υπάρχει καλή και ευχάριστη σεξουαλική λειτουργικότητα, στις δυσλειτουργίες η λειτουργικότητα είναι διαταραγμένη. Οί Σεξουαλικές Δυσλειτουργίες είναι διαταραχές που δεν επιτρέπουν σ’ ένα άτομο τη σεξουαλική ευχαρίστηση ή μερικές φορές ακόμη και την οποιαδήποτε σεξουαλική επαφή. Συνήθως αφορούν αναστολές φυσιολογικών αντιδράσεων -δηλαδή της φλεβικής διόγκωσης των σεξουαλικών οργάνων, της οργασμικής αντίδρασης ή και των δύο – που κάνουν την εμπειρία της σεξουαλικής δραστηριότητας τελικά δυσάρεστη. Οί Σεξουαλικές Δυσλειτουργίες είναι κοινά φαινόμενα και απαντούν σε ειδικούς τύπους θεραπείας του σεξ ή σε συνδυασμό θεραπείας του σεξ και αποκαλυπτικής ψυχαναλυτικής ψυχοθεραπείας. Στο άτομο με Σεξουαλική Παρέκκλιση το σεξουαλικό αντικείμενο προτίμησης του διαφέρει από το συνηθισμένο. Έτσι, το παραφιλικό άτομο διεγείρεται από ερεθίσματα που δεν ερεθίζουν τα πιο πολλά άτομα – π.χ. ένα παιδί, ένα ζώο ή ένα παπούτσι ή μπορεί να ερεθίζεται μόνον όταν έχει αισθήματα υποδούλωσης, όταν τιμωρείται, μόνο βλέποντας ή όταν επιδεικνύει τα γεννητικά του όργανα ή όταν προκαλεί πόνο στους άλλους.

Η διέγερση όμως και ο οργασμός είναι φυσιολογικοί και οδηγούν το άτομο σε σεξουαλική ευχαρίστηση. Οί σεξουαλικές παρεκκλίσεις θεραπεύονται με ορισμένα είδη θεραπείας συμπεριφοράς και με αποκαλυπτική ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεία. Οί Διαταραχές της Ταυτότητας Φύλου (δηλ. ο Τρανσεξουαλισμός) χαρακτηρίζονται από έντονη και επίμονη δυσφορία του ατόμου για το ανατομικό (βιολογικό) φύλο του και έντονη και επίμονη επιθυμία να γίνει μέλος του αντίθετου φύλου. Η θεραπευτική προσέγγιση σ’ αυτές είναι χειρουργική, ψυχοθεραπευτική ή συνδυασμός. Άτομα με Σεξουαλικές Δυσλειτουργίες θα συναντήσει κανείς σε οποιοδήποτε φορέα και αν εξασκεί την επιστήμη του και κατά πάσα πιθανότητα θα συναντήσει και άτομα με Παραφιλίες (ενώ είναι λιγότερο πιθανό να συναντήσει άτομα με Διαταραχή της Ταυτότητας Φύλου). Η ευαισθησία και η δεκτικότητα του κλινικού σε τέτοιου είδους θέματα και η ενημέρωση του στη δυνατότητα θεραπείας τέτοιου είδους διαταραχών αποτελούν βασική προϋπόθεση για να βοηθηθούν άνθρωποι, που πολλές φορές είναι μπερδεμένοι και νιώθουν ντροπή για προβλήματα που δεν καταλαβαίνουν.

Ο κύκλος της σεξουαλικής απάντησης
Για να αξιολογήσουμε τη σεξουαλική λειτουργικότητα του εξεταζόμενου ατόμου θα πρέπει να γνωρίζουμε τον φυσιολογικό κύκλο των σεξουαλικών αντιδράσεων του ανθρώπου. Πολλά εγχειρίδια (π.χ. Masters & Johnson 1966, Kaplan 1974) έχουν θαυμάσιες λεπτομερείς περιγραφές αυτού του κύκλου. Τα σεξουαλικά ερεθίσματα προκαλούν χαρακτηριστικές αντιδράσεις σε άντρες και γυναίκες και ολόκληρος ο κύκλος θα μπορούσε να χωριστεί σε τέσσερις φάσεις. Οί φάσεις αυτές έχουν περιγραφεί από τους Masters & Johnson στην ερευνά τους πάνω στην ανθρώπινη σεξουαλικότητα και έχουν αποδειχθεί χρήσιμες για τους κλινικούς για την κατανόηση της φυσιολογικής και της διαταραγμένης σεξουαλικής λειτουργικότητας.
Οί τέσσερις φάσεις του κύκλου της σεξουαλικής απάντησης

Φάση Ι – Διέγερση

Φάση II – Πλατώ

Φάση III – Οργασμός

Φάση IV – Λύση

Φάση Ι: Διέγερση. Σεξουαλική διέγερση επιτυγχάνεται με ψυχολογικά ερεθίσματα (μέσω φαντασιώσεων ή με την παρουσία ενός επιθυμητού προσώπου) ή μπορεί να επιτευχθεί με σωματικά ερεθίσματα (π.χ. φιλιά, χάδια). Η διέγερση χαρακτηρίζεται από σεξουαλική ευχαρίστηση και από διόγκωση του πέους (λόγω φλεβικής συμφόρησης) και στύση στους άντρες και από λίπανση και διάταση του κόλπου στις γυναίκες. Η διέγερση μπορεί να επιτευχθεί μέσα σε 10 ως 30 δευτερόλεπτα από τη στιγμή που άρχισε το ερέθισμα και μπορεί να διαρκέσει από λεπτά μέχρι και ώρες. Μια άλλη φυσιολογική αντίδραση αυτής της φάσης είναι και η στύση της θηλής του μαστού, πιο πολύ στις γυναίκες παρά στους άντρες. Στις γυναίκες, επίσης, παρατηρείται εξοίδηση των μικρών χειλέων του αιδοίου, φλεβική συμφόρηση της πυέλου και στύση της κλειτορίδας λόγω διόγκωσης των φλεβών.

Φάση Πλατώ: Εφόσον συνεχίζουν τα σεξουαλικά ερεθίσματα, το άτομο φθάνει στον ουδό του οργασμού, μέσα από παραπέρα φυσιολογικές μεταβολές και αύξηση της σεξουαλικής έντασης και ευχαρίστησης και στους άντρες και στις γυναίκες. Στις γυναίκες, ο κόλπος συσφίγγεται στο εξωτερικό του ένα τρίτο (η οργάσμική πλατφόρμα – δημιουργείται από την αύξηση της τάσης των ηβοκοκκυγικών μυών και τη φλεβική στάση) και επιμηκύνεται και διευρύνεται στα εσωτερικά του δύο τρίτα, ενώ η κλειτορίδα ανυψώνεται και έλκεται πίσω από την ηβική σύμφυ ση. Το μέγεθος των μαστών μεγαλώνει και τα μικρά χείλη του αιδοίου γίνονται βαθυκόκκινα λόγω διόγκωσης των φλεβών. Στους άντρες, οί όρχεις μεγαλώνουν (μέχρι και 50 τοις εκατό) και ανυψώνονται προς τον κορμό, καθώς το όσχεο τεντώνεται και ανυψώνεται. Σ’ αυτό το σημείο δύο ή τρεις σταγόνες βλεννώδους υγρού που μπορεί να περιέχουν βιώσιμο σπέρμα εκκρίνονται από το πέος, πράγμα που μπορεί να οδηγήσει σε εγκυμοσύνη αν γίνει συνουσία, ανεξάρτητα από το αν ο άντρας τραβηχτεί πριν από τον οργασμό του. Και στα δύο φύλα ο καρδιακός ρυθμός αυξάνεται, η αναπνοή γίνεται πιο γρήγορη, πολλές φορές παρατηρείται μια αύξηση της αρτηριακής πίεσης και εκούσιες συσπάσεις των μεγάλων σκελετικών μυών. Αυτή η προοργασμική φάση είναι βραχεία και διαρκεί από μισό μέχρι και τρία λεπτά.

Φάση III: Οργασμός. Καθώς η σεξουαλική ένταση και ευχαρίστηση αυξάνει, συνήθως τελικά κορυφώνεται και καταλήγει σε οργασμό. Αυτός βιώνεται σαν έντονη ευχαρίστηση και απελευθέρωση της σεξουαλικής έντασης και χαρακτηρίζεται από ρυθμικές συσπάσεις των περινεϊκών μυών και των πυελικών αναπαραγωγικών οργάνων. Στους άντρες πρώτα υπάρχει η αίσθηση της αναπόφευκτης εκσπερμάτισης καθώς οί όρχεις, ο προστάτης και οί σπερματοδόχες κύστες συσπώνται και σπέρμα και σπερματικό υγρό προωθούνται προς την ουρήθρα. Αμέσως μετά, τρεις με επτά συσπάσεις της ουρήθρας και των μυών του πέους εκδιώκουν το σπερματικό υγρό με δύναμη δια μέσου της ουρήθρας έξω από το πέος. Στης γυναίκες ο οργασμός συνίσταται σε τρεις μέχρι δεκαπέντε ακούσιες συσπάσεις του κάτω τριτημορίου του κόλπου και δυνατές συσπάσεις της μήτρας (που δεν γίνονται πάντοτε αντιληπτές). Συσπώνται επίσης ακούσια και στους άντρες και στις γυναίκες οί εσωτερικοί και εξωτερικοί πρωκτικοί σφιγκτήρες. Στην κορύφωση του οργασμού και στα δύο φύλα οί μυϊκές συσπάσεις που αναφέραμε παραπάνω γίνονται με μεσοδιαστήματα 0.8 δευτερολέπτων και ο οργασμός διαρκεί συνήθως από 3 μέχρι 15 δευτερόλεπτα. Άλλες εκδηλώσεις του οργασμού συχνά είναι εκούσιες και ακούσιες κινήσεις μεγάλων μυϊκών ομάδων (π.χ. κινήσεις της πυέλου, έκταση χεριών και ποδιών), γκριμάτσες του προσώπου και μυϊκοί σπασμοί. Η αρτηριακή πίεση αυξάνει μέχρι και 80 mm η συστολική και 40 mm η διαστολική, ενώ οί καρδιακοί παλμοί μπορεί να φθάσουν τους 180 ανά λεπτό και οί αναπνοές μέχρι 40 το λεπτό. Μερικά άτομα παρουσιάζουν κάτι σαν «σεξουαλικό αναψοκοκκίνισμα», δηλαδή κοκκινίλα διαφόρων περιοχών του δέρματος σ’ ολόκληρο το σώμα, το οποίο όμως εξαφανίζεται μέσα σε λίγα λεπτά μετά από τον οργασμό.

Φάση IV: Λύση. Μετά από τον οργασμό, η φάση της λύσης επαναφέρει το σώμα στην κατάσταση ηρεμίας, πράγμα που επιτυγχάνεται με τη σταδιακή απομάκρυνση του αίματος από τα γεννητικά όργανα και την επιστροφή τους στο μέγεθος που έχουν σε κατάσταση ηρεμίας. Αν ο οργασμός συντελεσθεί, η λύση είναι γρήγορη και μπορεί να διαρκέσει μόνο 10 ως 15 λεπτά. Αν όμως δεν συμβεί οργασμός, η λύση μπορεί να διαρκέσει δύο με έξι ώρες (σε ορισμένες περιπτώσεις μέχρι και μια μέρα) και μπορεί να συνοδεύεται από πυελική δυσφορία. Η λύση μετά τον οργασμό χαρακτηρίζεται από αίσθηση γενικής χαλάρωσης και ευεξίας και από μυϊκή χαλάρωση. Για τους άντρες, μετά από τον οργασμό, υπάρχει μια ανερέθιστη περίοδος κατά την οποία δεν μπορούν να διεγερθούν για έναν άλλον οργασμό. Αυτή μπορεί να διαρκέσει από αρκετά λεπτά μέχρι πολλές ώρες. Δεν υπάρχει τέτοιου είδους ανερέθιστη περίοδος στις γυναίκες, που μπορούν να έχουν πολλαπλούς διαδοχικούς οργασμούς.

Σεξουαλική απάντηση στη γυναίκα
Οί πιό πολλές γυναίκες εκτός από τις παραπάνω έχουν και ορισμένες άλλες σωματικές αντιδράσεις. Ο γυναικείος κόλπος διευρύνεται κατά την σεξουαλική διέγερση και φυσιολογικά προσαρμόζεται στο μέγεθος του πέους. Ενώ επιτυγχάνεται λίπανση εσωτερικά, το εξωτερικό μέρος του αιδοίου λιπαίνεται με τη βοήθεια του χεριού ή με την επαναλαμβανόμενη εισχώρηση του πέους. Κατά τον οργασμό, οί γυναίκες έχουν την τάση να αυξάνουν τις πυελικές κινήσεις, ενώ οί κινήσεις διείσδυσης των αντρών σταματούν. Ο γυναικείος οργασμός φαίνεται να ξεκινά με ερεθισμό της κλειτορίδας, είτε απ’ ευθείας όπως στον αυνανισμό είτε έμμεσα όπως με τις διεισδύσεις του πέους που προκαλεί έλξη στα μικρά χείλη του αιδοίου με αποτέλεσμα τον ερεθισμό της προσκείμενης σ’ αυτά κλειτορίδας. Επομένως, ο γυναικείος οργασμός αρχίζει με ερεθισμό της κλειτορίδας και εκδηλώνεται με συσπάσεις του κόλπου.

Σεξουαλική απάντηση στον άντρα
Οί άντρες δεν μπορούν να έχουν συνουσία χωρίς προηγουμένως να έχουν στύση τέτοια που να επιτρέπει τη διείσδυση του πέους στον κόλπο. Εφόσον επιτευχθεί η στύση, συνήθως υπάρχουν διακυμάνσεις στο μέγεθος του πέους, ιδιαίτερα αν η φάση της διέγερσης παρατείνεται. Αυτό είναι μια φυσική αντίδραση και δεν υπάρχει θέμα ανησυχίας για τη σεξουαλική ικανότητα. Οί άντρες βιώνουν δύο στάδια στον οργασμό. Το πρώτο είναι η στιγμή της αναπόφευκτης εκσπερμάτωσης, όταν οί όρχεις, ο προστάτης και οί σπερματοδόχες κύστες εξωθούν το σπέρμα και το σπερματικό υγρό στην ουρήθρα. Ο άντρας «αισθάνεται την εκσπερμάτωση να έρχεται» και σ’ αυτό το σημείο δεν μπορεί πια να διακόψει εκούσια αυτή τη διαδικασία. Το δεύτερο στάδιο είναι αυτό της εκσπερμάτισης όπου το σπέρμα εξωθείται με δύναμη έξω από το πέος δια μέσου της ουρήθρας. Κατά τη στιγμή του οργασμού ο άντρας έχει την τάση να σταματά κάθε κίνηση διείσδυσης και να κρατά το πέος σε βαθιά διείσδυση.

Σεξουαλικότητα και γηρατειά
Μερικές από τις πιο συνηθισμένες ανακρίβειες γύρω από την ανθρώπινη σεξουαλικότητα σχετίζονται με τη διεργασία της γήρανσης. Καθώς στην κοινωνία μας ο αριθμός των ατόμων με ηλικία πάνω από 65 συνεχώς μεγαλώνει, η προσοχή πολλών έχει στραφεί στη διερεύνηση όλων των πτυχών της ζωής των ηλικιωμένων, συμπεριλαμβανόμενης και της σεξουαλικότητας τους. Μετά τη μέση ηλικία υπάρχουν διαφορές ανάμεσα στα διάφορα άτομα ως προς την ικανότητα και το ενδιαφέρον τους για μια ενεργό σεξουαλική ζωή. Η φυσική υγεία οπωσδήποτε είναι σημαντική, αλλά, εκτός από μια σοβαρή σωματική ασθένεια, άλλοι παράγοντες φαίνονται να παίζουν σπουδαιότερο ρόλο για τη σεξουαλική ζωή σ’ αυτή την ηλικία, και οπωσδήποτε η ύπαρξη σεξουαλικού συντρόφου. Επίσης, άτομα που νωρίτερα είχαν ενεργό σεξουαλική ζωή είναι πιο πιθανό να παραμείνουν το ίδιο ενεργά και αργότερα, όπως και τα άτομα που το περιβάλλον τους αποδέχεται τη σεξουαλικότητα τους. Βέβαια, με την πρόοδο της ηλικίας συμβαίνουν ορισμένες μεταβολές στη σεξουαλική απαντητικότητα του ατόμου. Σε ηλικιωμένες γυναίκες η απαντητικότητα των αιμοφόρων αγγείων μειώνεται και υπάρχει μια μείωση της ελαστικότητας και της εκκριτικής ικανότητας του κόλπου. Οί γυναίκες, όμως, που συνεχίζουν να κάνουν τακτικά έρωτα μπορούν να ελαχιστοποιήσουν αυτές τις μεταβολές και λειτουργούν ικανοποιητικά.

Οί ηλικιωμένοι άντρες χρειάζονται περισσότερο χρόνο για να επιτύχουν στύση, όμως, αν και αυτή μπορεί να μην είναι πλήρης, εν τούτοις είναι αρκετή ώστε το πέος να εισέλθει στον κόλπο. Η δύναμη με την οποία εκτοξεύεται το σπέρμα κατά την εκσπερμάτωση είναι επίσης μειωμένη, η ανερέθιστη περίοδος μεταξύ οργασμών μεγαλώνει και οπωσδήποτε χρειάζονται περισσότερα ερεθίσματα για να επιτευχθεί στύση. Η φάση της διέγερσης, όμως, επιμηκύνεται με την πρόοδο της ηλικίας και έτσι η ευχαρίστηση αυξάνει. Στους άντρες η δυσκολία στύσης είναι η μόνη δυσλειτουργία που συσχετίζεται με την πρόοδο της ηλικίας. Η παραπάνω δυσλειτουργία, όμως, πολλές φορές μπορεί να είναι και ψυχογενής και μπορεί να θεραπευθεί (βλ. παρακάτω). Σε κάποιες, βέβαια, περιπτώσεις η δυσκολία στύσης οφείλεται σε παθήσεις, όπως νευρολογικές ή αγγειακές διαταραχές. Το σεξουαλικό ενδιαφέρον και η σεξουαλική δραστηριότητα είναι ο κανόνας κι όχι η εξαίρεση για τις δεκαετίες των πενήντα και των εξήντα, ενώ ορισμένα άτομα συνεχίζουν να είναι σεξουαλικά ενεργά και στα ογδόντα τους. Η συνεχής ή μεγάλη «χρήση» δεν εξαντλεί ούτε αχρηστεύει. Αντίθετα οί μελέτες δείχνουν ότι μια μακροχρόνια ενεργός σεξουαλική ζωή είναι θετικός προγνωστικός δείκτης για μια καλή σεξουαλική δραστηριότητα στα γηρατειά («Αν το χρησιμοποιείς, δεν το χάνεις»).

Σεξουαλικές Δυσλειτουργίες
Το βασικό χαρακτηριστικό είναι κάποια διαταραχή στις ψυχοφυσιολογικές διεργασίες που χαρακτηρίζουν τον κύκλο της σεξουαλικής απάντησης ή πόνος κατά τη συνουσία. Σημειώνουμε, ότι διακρίνονται οι εξής τέσσερις φάσεις στον κύκλο σεξουαλικής απάντησης: 1. «Επιθυμία», που συνίσταται σε φαντασιώσεις για σεξουαλική δραστηριότητα και την επιθυμία για σεξουαλική δράστηριότητα 2. Διέγερση 3. Οργασμός 4. Λύση (Η φάση της Διέγερσης εμπεριέχει τις φάσεις Διέγερση και Πλατώ της διαίρεσης των Masters &Johnson, που προαναφέραμε). Διαταραχές της σεξουαλικής απάντησης μπορούν να συμβούν σε μια ή περισσότερες από αυτές τις φάσεις. Οί συχνότερες Σεξουαλικές Δυσλειτουργίες παρουσιάζονται παρακάτω. Όπως είναι φανερό όροι επιτιμητικοί όπως «ψυχρότητα» και «ανικανότητα» δεν χρησιμοποιούνται πια, καθώς ουσιαστικά είναι και ανακριβείς.

Τύποι Σεξουαλικής Δυσλειτουργίας

Διαταραχές της Σεξουαλικής Επιθυμίας

* Διαταραχή Υποτονικής Σεξουαλικής Επιθυμίας
* Διαταραχή Σεξουαλικής Αποστροφής

Διαταραχές της Σεξουαλικής Διέγερσης

* Διαταραχή της Σεξουαλικής Διέγερσης στη Γυναίκα
* Διαταραχή της Στύσης στον Άντρα

Διαταραχές του Οργασμού

* Διαταραχή του Οργασμού στη Γυναίκα
* Διαταραχή του Οργασμού στον Άντρα
* Πρόωρη Εκσπερμάτωση

Διαταραχές Σεξουαλικού Πόνου

* Δυσπαρευνία
* Κολεόσπασμος
* Σεξουαλική Δυσλειτουργία Οφειλόμενη σε Γενική Ιατρική Κατάσταση Σεξουαλική Δυσλειτουργία Προκαλούμενη από Ουσίες Σεξουαλική Δυσλειτουργία Μη Προσδιοριζόμενη Αλλιώς

Διαταραχές της Σεξουαλικής Επιθυμίας

Διαταραχή Υποτονικής Σεξουαλικής Επιθυμίας

Διαγνωστικά κριτήρια

Α. Επίμονα ή επανειλημμένα ανεπαρκείς (ή απούσες) σεξουαλικές φαντασιώσεις και επιθυμία για σεξουαλική δραστηριότητα. Η κρίση για ανεπάρκεια ή απουσία γίνεται από τον κλινικό λαμβάνοντας υπόψη παράγοντες που επηρεάζουν τη σεξουαλική λειτουργικότητα, όπως η ηλικία και το πλαίσιο ζωής του ατόμου.

Β.
Η διαταραχή προκαλεί έντονη υποκειμενική ενόχληση ή δυσκολία στις διαπροσωπικές σχέσεις.


Γ. Η σεξουαλική δυσλειτουργία δεν εξηγείται καλύτερα ως κάποια άλλη διαταραχή του Άξονα Ι (εκτός από μια άλλη Σεξουαλική Δυσλειτουργία) και δεν οφείλεται αποκλειστικά στα άμεσα φυσιολογικά αποτελέσματα της δράσης μιας ουσίας (π.χ. κάποια ουσία κατάχρησης, κάποιο φάρμακο) ή μιας γενικής ιατρικής κατάστασης.

Η ελαττωμένη (υποτονική) σεξουαλική επιθυμία μπορεί να περιλαμβάνει όλες τις καταστάσεις και όλες τις μορφές της σεξουαλικής έκφρασης ή μπορεί να αφορά μόνον έναν σύντροφο, μόνο τη συνουσία κι όχι τον αυνανισμό κ.ο.κ. Συχνά η ελαττωμένη σεξουαλική επιθυμία συνδέεται με προβλήματα στη διέγερση ή στον οργασμό είτε πρωτοπαθώς είτε δευτεροπαθώς. Χρόνιες σωματικές νόσοι μπορεί να επηρεάσουν αρνητικά τη σεξουαλική επιθυμία (με την αδυναμία, τον πόνο, τα προβλήματα με τη σωματική εικόνα (π.χ. ειλεοστομία, μαστεκτομή) ή τον φόβο του θανάτου), όπως και η κατάθλιψη. Ο Ισόβιος Τύπος της διαταραχής αρχίζει στην εφηβεία. Πιο συχνός είναι ο Επίκτητος Τύπος που αρχίζει στην ενήλικη ζωή ύστερα από στρεσογόνες ή άλλες αιτίες, όπως π.χ. η υπερβολική εργασία, η έλλειψη ιδιωτικού χώρου, η έλλειψη ευκαιριών για σεξ, η έλλειψη εκπαίδευσης γύρω από το σεξ, τα θρησκευτικά ταμπού, η μακρόχρονη αποχή, η διαταραχή του σεξουαλικού προσανατολισμού ή ύστερα από έντονες διαπροσωπικές διαφορές με τον(την) σύντροφο. Ίσως αυστηρή ανατροφή και ενοχές γύρω από το σεξ συμβάλλουν στη δημιουργία του Ισόβιου Τύπου.

Διαταραχή Σεξουαλικής Αποστροφής

Διαγνωστικά κριτήρια

Α. Επίμονη ή επανειλημμένη ακραία αποστροφή και αποφυγή κάθε (ή σχεδόν κάθε) γεννητικής σεξουαλικής επαφής με ένα σεξουαλικό σύντροφο.

Β.
Η διαταραχή προκαλεί έντονη υποκειμενική ενόχληση ή δυσκολία στις διαπροσωπικές σχέσεις.


Γ.
Η σεξουαλική δυσλειτουργία δεν εξηγείται καλύτερα ως κάποια άλλη διαταραχή του Άξονα Ι (εκτός από μία άλλη Σεξουαλική Δυσλειτουργία).

Η αποστροφή για τη σεξουαλική επαφή μπορεί να εστιάζεται σε κάποια συγκεκριμένη πλευρά της σεξουαλικής εμπειρίας (π.χ. στις εκκρίσεις των γεννητικών οργάνων, στην είσοδο του πέους στον κόλπο) ή να υπάρχει γενικευμένη αποστροφή και αηδία για κάθε σεξουαλικό ερέθισμα συμπεριλαμβανομένων των φιλιών, των χαδιών κτλ. Ορισμένα άτομα μπορεί να παθαίνουν ακόμα και Προσβολές Πανικού, αν βρεθούν αντιμέτωπα με μια σεξουαλική συγκυρία. Ορισμένοι ερευνητές πιστεύουν ότι τα άτομα με αυτή τη διαταραχή έχουν κακοποιηθεί σεξουαλικά στο παρελθόν.

Διαταραχές της Σεξουαλικής Διέγερσης Διαταραχή της Σεξουαλικής Διέγερσης στη Γυναίκα

Διαγνωστικά κριτήρια

Α. Επίμονη ή επανειλημμένη αδυναμία της γυναίκας να επιτύχει ή να διατηρήσει επαρκή απάντηση λίπανσης – εξοίδησης κατά τη σεξουαλική διέγερση μέχρι την ολοκλήρωση της σεξουαλικής δραστηριότητας.

Β.
Η διαταραχή προκαλεί έντονη υποκειμενική ενόχληση ή δυσκολία στις διαπροσωπικές σχέσεις.


Γ.
Η σεξουαλική δυσλειτουργία δεν εξηγείται καλύτερα ως κάποια άλλη διαταραχή του Άξονα Ι (εκτός από μία άλλη Σεξουαλική Δυσλειτουργία) και δεν οφείλεται στα άμεσα φυσιολογικά αποτελέσματα της δράσης μιας ουσίας (π.χ. κάποια ουσία κατάχρησης, κάποιο φάρμακο) ή μιας γενικής ιατρικής κατάστασης

Ορισμένες γυναίκες που παρουσιάζουν τη διαταραχή αυτή μπορούν να χαρούν τις μη ερωτικές πλευρές της σεξουαλικής επαφής (π.χ. το χάδι, το πλησίασμα) παρά την έλλειψη σεξουαλικής απαντητικότητα. Παράγοντες που έχουν ενοχοποιηθεί γι’ αυτή τη διαταραχή είναι η αυστηρή ανατροφή, το έντονο άγχος και εχθρότητα προς τους άντρες. Η διαταραχή μπορεί να οδηγήσει σε επώδυνη συνουσία και αποφυγή του σεξ.

Διαταραχή της Στύσης στον Άντρα

Διαγνωστικά κριτήρια

Α. Επίμονη ή επανειλημμένη αδυναμία ενός άντρα να επιτύχει ή να διατηρήσει επαρκή στύση μέχρι την ολοκλήρωση της σεξουαλικής δραστηριότητας.

Β.
Η διαταραχή προκαλεί έντονη υποκειμενική ενόχληση ή δυσκολία στις διαπροσωπικές σχέσεις.

Καθώς ένας μεγάλος βαθμός αυτοεκτίμησης του άντρα επενδύεται στην ικανότητα του για στύση, είναι φανερό ότι η διαταραχή αυτή είναι δυνητικά από τις πιο ταπεινωτικές για τον άντρα. Βέβαια, όλη η διαταραχή είναι απλά το αποτέλεσμα της μη καλής λειτουργίας του αντανακλαστικού αγγειακού μηχανισμού που γεμίζει με αίμα τα σηραγγώδη σώματα του πέους και το κάνει σκληρό. Πιθανόν περισσότερο από το μισό του αντρικού πληθυσμού έχει βιώσει περιστασιακά παροδικά επεισόδια διαταραχής της στύσης, που όμως θεωρούνται μέσα στα όρια της φυσιολογικής σεξουαλικής συμπεριφοράς. Μόνον, όταν, όπως προαναφέρθηκε, τα επεισόδια αυτά είναι επίμονα ή επανειλημμένα θεωρούμε ότι υπάρχει διαταραχή. Όπως και οί άλλες, έτσι κι αυτή η διαταραχή μπορεί να είναι ισόβια (πρωτοπαθής), όταν το άτομο ποτέ δεν κατάφερε να έχει μια ικανοποιητική στύση για να ολοκληρώσει τη σεξουαλική πράξη ή επίκτητη (δευτεροπαθής), αν το άτομο λειτουργούσε καλά στο παρελθόν και από ένα σημείο και μετά εμφάνισε διαταραχή της στύσης. Επίσης, μπορεί να είναι γενικευμένη ή καταστασιακή. Συνήθως, το άτομο έχει στύση όταν αυνανίζεται ή αυτόματα (π.χ. το πρωί).

Οί ψυχολογικοί παράγοντες παίζουν σημαντικό ρόλο στη διαταραχή αυτή, χωρίς όμως να είναι εύκολο να εξειδικευθούν. ‘Άλλα άτομα χάνουν τη στύση τους με κάποιον σύντροφο κι όχι με άλλον, άλλα τη χάνουν κατά την είσοδο στον κόλπο, άλλα τη χάνουν πριν μπουν στον κόλπο κι άλλα με τις πρώτες κινήσεις του πέους μέσα στον κόλπο, άλλα δεν πετυχαίνουν καν ικανοποιητική στύση για να μπουν στον κόλπο. Γενικά, κάποιας μορφής απειλή προκαλεί άγχος κι αυτό δημιουργεί τη διαταραχή. Οί πηγές όμως της απειλής και του άγχους δεν βρίσκονται εύκολα, αν και μπορεί να σχετίζονται με παιδικές εμπειρίες ή με τρέχουσες καταστάσεις (π.χ. δημιουργία αναπτυξιακά τιμωρητικού υπερεγώ ή αισθημάτων ανεπάρκειας, συγκρούσεις ανάμεσα σε αισθήματα στοργής και τις σεξουαλικές («βρώμικες») επιθυμίες προς τη γυναίκα, ηθικές αναστολές, θυμός προς τη σύντροφο κτλ.). Κοινό, πάντως, είναι το άγχος του ατόμου «να τα καταφέρει» ή να αποδώσει (στο οποίο απευθύνεται και η θεραπεία – βλ. παρακάτω). Δεν αποκλείεται να υπάρχει και κάποια βιολογική ευαλωτότητα στον αγγειακό μηχανισμό, που να προδιαθέτει στη διαταραχή της στύσης. Η διαταραχή μπορεί να συνδυάζεται με Διαταραχή Υποτονικής Σεξουαλικής Επιθυμίας και με Πρόωρη Εκσπερμάτωση (οπότε μπορούν να μπουν και αυτές οί διαγνώσεις).

Διαταραχές του Οργασμού
Διαταραχή του Οργασμού στη Γυναίκα (πρώην Ανεσταλμένος Οργασμός στη Γυναίκα)

Διαγνωστικά κριτήρια

Α. Επίμονη ή επανειλημμένη καθυστέρηση ή απουσία οργασμού σε μια γυναίκα, ύστερα από μια φάση φυσιολογικής σεξουαλικής διέγερσης. Οί γυναίκες εμφανίζουν μεγάλη ποικιλία στον τύπο ή την ένταση του ερεθισμού που προκαλεί οργασμό. Η διάγνωση της Διαταραχής Οργασμού στη Γυναίκα πρέπει να βασίζεται στην κρίση του κλινικού ότι η ικανότητα της γυναίκας να φθάσει σε οργασμό είναι μικρότερη από ότι θα ήταν λογικό για την ηλικία της, τη σεξουαλική εμπειρία της και την επάρκεια του σεξουαλικού ερεθισμού που δέχεται.

Β.
Η διαταραχή προκαλεί έντονη υποκειμενική ενόχληση ή δυσκολία στις διαπροσωπικές σχέσεις.

Και η διαταραχή αυτή (που λέγεται και ανοργασμία) μπορεί να είναι ισόβια ή επίκτητη, γενικευμένη ή καταστασιακή, οπότε με ορισμένους συντρόφους η γυναίκα μπορεί να έρχεται σε οργασμό. Επειδή ο ερεθισμός της κλειτορίδας με το πέος κατά τη συνουσία είναι πολύ ασθενέστερος απ’ ότι με το χέρι, πολλές γυναίκες χρειάζονται και βοήθεια με το χέρι για να έρθουν σε οργασμό, χωρίς αυτό να θεωρείται υποχρεωτικά διαταραχή. Αν, όμως, δεν μπορούν να έρθουν ούτε με το χέρι (ούτε με άλλες έμμεσες τεχνικές), ούτε καν με αυνανισμό μόνες τους, τότε θεωρούμε ότι οπωσδήποτε υπάρχει διαταραχή. Ορισμένοι ψυχολογικοί παράγοντες, όπως φόβος απώλειας του ελέγχου, εσωτερική σύγκρουση και ενοχή για την ένταση των ερωτικών συναισθημάτων, εχθρότητα προς τον σύντροφο, φόβος εγκυμοσύνης ή απόρριψης από τον σύντροφο, μπορεί να συντελούν στην ανάπτυξη της διαταραχής αυτής.

Διαταραχή του Οργασμού στον Άντρα (πρώην Ανεσταλμένος Οργασμός στον Άντρα)

Διαγνωστικά κριτήρια

Α. Επίμονη ή επανειλημμένη καθυστέρηση ή απουσία οργασμού σε έναν άντρα, ύστερα από μια φάση φυσιολογικής σεξουαλικής διέγερσης, στη διάρκεια σεξουαλικής δραστηριότητας η οποία κρίνεται από τον κλινικό ότι είναι επαρκής ως προς την εστίαση, την ένταση και τη διάρκεια, λαμβανομένης υπόψη και της ηλικίας του ατόμου.

Β.
Η διαταραχή προκαλεί έντονη υποκειμενική ενόχληση ή δυσκολία στις διαπροσωπικές σχέσεις.

Πρόκειται για επιβράδυνση μέχρι απουσία της εκσπερμάτωσης στον άντρα, ενώ η στύση είναι συνήθως φυσιολογική. Μερικές φορές, η κατάσταση είναι τόσο σοβαρή, που το άτομο δεν μπορεί να εκσπερματίσει ούτε κατά τον αυνανισμό του. Οί πιο συχνοί ψυχολογικοί παράγοντες που ενοχοποιούνται για τη Διαταραχή του Οργασμού στον Άντρα είναι η αυστηρή ανατροφή και η ενοχή για το σεξ που αυτή δημιουργεί, η αντίληψη ότι το σεξ είναι αμαρτία και ότι τα γεννητικά όργανα είναι «βρώμικα», ασυνείδητες αιμομικτικές επιθυμίες, αντίθεση του άντρα σε σχέδια εγκυμοσύνης του ζευγαριού, εχθρότητα και θυμός προς τη σύντροφο κ.ά. Η ηλικία παίζει σημαντικό ρόλο. Η εκσπερμάτωση επιβραδύνεται με την ηλικία, οπότε τα ηλικιωμένα άτομα μπορεί να μην εκσπερματώνουν σε κάθε σεξουαλική συνάντηση (χωρίς αυτό να θεωρείται διαταραχή).

Πρόωρη Εκσπερμάτωση

Διαγνωστικά κριτήρια

Α. Επίμονα ή επανειλημμένα η εκσπερμάτωση συμβαίνει με ελάχιστο σεξουαλική ερεθισμό πριν, κατά ή λίγο μετά τη διείσδυση του πέους και πριν τη θελήσει το άτομο. Ο κλινικός πρέπει να πάρει υπόψη τους παράγοντες που επηρεάζουν τη διάρκεια της φάσης διέγερσης όπως η ηλικία, ο καινούριος σεξουαλικός σύντροφος ή η καινούρια κατάσταση και η πρόσφατη συχνότητα της σεξουαλικής δραστηριότητας.

Β.
Η διαταραχή προκαλεί έντονη υποκειμενική ενόχληση ή δυσκολία στις διαπροσωπικές σχέσεις.

Leave a Reply