Το DNA αποτελεί παράγοντα σεξουαλικών εγκλημάτων

17/04/2015 07:14
Το DNA αποτελεί παράγοντα σεξουαλικών εγκλημάτων

Οι ερευνητές του ιατρικού πανεπιστημιακού Ινστιτούτου Καρολίνσκα της Στοκχόλμης και του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης, με επικεφαλής τον καθηγητή ψυχιατρικής επιδημιολογίας Νίκλας Λάνγκστρομ, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο διεθνές επιδημιολογικό περιοδικό “International Journal of Epidemiology”, σύμφωνα με τις βρετανικές «Guardian» και «Independent», ανέλυσαν στοιχεία για 21.566 άνδρες που είχαν καταδικαστεί για βιασμό, σεξουαλική κακοποίηση ανηλίκων, παιδοφιλία και άλλα παρεμφερή εγκλήματα στη διάρκεια σχεδόν τεσσάρων δεκαετιών.

Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι περίπου το 2,5% των πατέρων και αδελφών αυτών των καταδικασμένων είχαν και οι ίδιοι καταδικαστεί για τέτοιες υποθέσεις στο παρελθόν. Το αντίστοιχο ποσοστό διάπραξης σεξουαλικών εγκλημάτων από στενούς συγγενείς είναι μόνο 0,5% στον γενικό πληθυσμό, πράγμα που δείχνει ότι η διενέργεια τέτοιων πράξεων είναι και θέμα γονιδίων.

Όπως δήλωσε ο Λάνγκστρομ, εκτιμάται ότι τα σεξουαλικά εγκλήματα εξαρτώνται σε ποσοστό περίπου 60% από διάφορους περιβαλλοντικούς παράγοντες και 40% από γενετικούς. Ο ίδιος τόνισε πάντως ότι «αυτό δεν σημαίνει πως οι γιοί και τα αδέλφια ενός ατόμου που διέπραξε σεξουαλικό έγκλημα, αναπόφευκτα θα κάνουν το ίδιο».

Οι επιστήμονες υπογράμμισαν επίσης -προς αποφυγή παρεξηγήσεων- ότι δεν υπάρχει κάποιο συγκεκριμένο «γονίδιο του βιαστή» ή της σεξουαλικής εγκληματικότητας. Αντίθετα, πρόκειται για έναν «αστερισμό» γονιδίων, τα οποία από κοινού προδιαθέτουν κάποιον να προβεί σε ένα σεξουαλικής φύσης αδίκημα.

Τα γονίδια επηρεάζουν την ανάπτυξη του εγκεφάλου και αυτή, με τη σειρά της, επηρεάζει τις ψυχολογικές λειτουργίες και την προσωπικότητα ενός ανθρώπου. Δεν μπορεί να αποκλειστεί πάντως ότι μελλοντικές έρευνες θα εντοπίσουν πιο συγκεκριμένα γονίδια που αυξάνουν τη γενετική ροπή στο σεξουαλικό έγκλημα.

Το 60% της αιτιολογίας που αποδίδεται στο περιβάλλον, διακρίνεται αφενός σε κοινούς παράγοντες για όλη την οικογένεια (ανατροφή γονιών, εκπαίδευση, γειτονιά κ.α.) που αφορούν μόνο το 2% και αφετέρου σε εξατομικευμένους περιβαλλοντικούς παράγοντες (τραύμα στο κεφάλι ή άλλο ιατρικό πρόβλημα, παιδική κακοποίηση από συγγενή, κακή επιρροή φίλων, προσωπικές εμπειρίες κ.α.) που αφορούν το 58%.

 

 

Πηγή

Leave a Reply