Αφυδάτωση

13/11/2013 10:30
Αφυδάτωση

Ο όρος αφυδάτωση περιγράφει μια κατάσταση αρνητικού ισοζυγίου ύδατος. Η μείωση του συνολικού ύδατος του οργανισμού μπορεί να οφείλεται σε πλήθος διαταραχών, ενώ αποτελεί συχνό και ενίοτε σοβαρό πρόβλημα της παιδικής ηλικίας.

Αίτια
Το αρνητικό ισοζύγιο ύδατος μπορεί να προκύψει:

* Από μειωμένη πρόσληψη
* Από αυξημένη απώλεια
* Από μετακίνηση ύδατος στον τρίτο χώρο (μετακίνηση υγρής φάσης εκτός των αγγείων και παραμονή της στον χώρο μεταξύ των κυττάρων).

Η ελάττωση της συνολικής ποσότητας ύδατος του οργανισμού αφορά τόσο τον ενδοκυττάριο όσο και τον εξωκυττάριο χώρο, ενώ σοβαρή αφυδάτωση μπορεί να οδηγήσει σε υπογκαιμικό shock (μείωση του όγκου του αίματος που κυκλοφορεί εντός των αγγείων και κατάρριψη). Η αφυδάτωση μπορεί να συνοδεύεται και από διαταραχές της ωσμωτικότητας (της ωσμωτικής πιέσεως του αίματος) και να παρουσιάζεται με υπονατριαιμία (Να ορού του αίματος κάτω των 130 m Εq / L) ή με υπερνατριαιμία (Να ορού άνω των 150 m Eq/L).

Συνήθεις διαταραχές που προκαλούν αφυδάτωση είναι :

* Γαστρεντερίτιδα. Η πιο συχνής αιτία ιδίως στον παιδικό πληθυσμό και κυρίως σε παιδιά κάτω των 5 ετών. Στις αναπτυσσόμενες χώρες η αφυδάτωση από γαστρεντερίτιδα αποτελεί μία από τις κυριότερες αιτίες παιδικής θνησιμότητας.
*
Σακχαρώδης Διαβήτης. Η γλυκοζουρία (απώλεια σακχάρου στα ούρα) οδηγεί σε ωσμωτική διούρηση. Η πολυουρία και η πολυδιψία είναι χαρακτηριστικά συμπτώματα του σακχαρώδους διαβήτη.
* Άποιος διαβήτης. Ο άποιος διαβήτης, δεν σχετίζεται με διαταραχές των επιπέδων της γλυκόζης του αίματος, αλλά με εκδήλωση πολυουρίας, η οποία θυμίζει την αντίστοιχη συμπτωματολογία του διαβήτη (εξ ού η παλαιά του ονοματοδοσία). Πρόκειται για παθολογική κατάσταση, κατά την οποία είτε υπάρχει αδυναμία σύνθεσης και έκκρισης αντιδιουρητικής ορμόνης από τον οπίσθιο λοβό της υπόφυσης (κεντρικός άποιος διαβήτης ), είτε η ορμόνη παράγεται μεν σε φυσιολογικά επίπεδα πλήν όμως παρουσιάζεται ανεπαρκής δράση της πάνω στα κύτταρα των αθροιστικών σωληναρίων του νεφρού (νεφρογενής άποιος διαβήτης ). Τελικό αποτέλεσμα είτε της μίας, είτε της άλλης παθολογίας, είναι η αδυναμία επαναρρόφησης ύδατος από τους νεφρούς. Έτσι, προκύπτει αποβολή μεγάλης ποσότητας αραιών ούρων, μείωση του όγκου του αίματος, στοιχεία αιμοσυμπυκνώσεως και εμφάνιση υπερνατριαιμίας.
* Ειλεός, παγκρεατίτιδα, περιτονίτιδα. Η αφυδάτωση οφείλεται στη στάση του ύδατος στον εντερικό αυλό, ενώ επιδεινώνεται από τους συνυπάρχοντες εμέτους.
* Εμπύρετα νοσήματα. Ο πυρετός αυξάνει τις άδηλες απώλειες ύδατος.
* Αναφυλακτικό – σηπτικό shock . Υπεύθυνος μηχανισμός για την αφυδάτωση είναι η εξαγγείωση πλάσματος προς τον διάμεσο ιστό.
* Κυστική ίνωση. Η αυξημένη απώλεια Να και ύδατος από τους ιδρωτοποιούς αδένες οδηγεί σε υπονατριαιμική αφυδάτωση.
* Δραστηριοποίηση και παραμονή, σε υπερβολικά θερμό περιβάλλον.
* Μειωμένη πρόσληψη. Μπορεί να οφείλεται σε ψυχογενή αίτια ή σε έλλειψη ύδατος.

Επιπτώσεις
Η κλινική έκφραση της αφυδάτωσης αντικατοπτρίζεται από την μείωση τόσο του ενδοκυττάριου ύδατος, όσο και του ενδοαγγειακού. Η μείωση του ενδοαγγειακού όγκου συνεπάγεται πτώση της αρτηριακής πίεσης, αύξηση της καρδιακής συχνότητας και μείωση της παραγωγής ούρων (ολιγουρία). Χαρακτηριστικό εύρημα είναι η αύξηση του χρόνου πλήρωσης των τριχοειδών μετά από άρση εφαρμοζόμενης πίεσης . Η ταχύπνοια (γρήγορη αναπνοή) και η υπέρπνοια (βαθειές αναπνοές), συχνά συνοδεύουν την αφυδάτωση . Η ενδοκυττάρια αφυδάτωση εκδηλώνεται κλινικά με ελάττωση της σπαργής (ελαστικότητας) του δέρματος και της εφύγρανσης των βλεννογόνων καθώς και με σημειολογία από το κεντρικό νευρικό σύστημα (παραλήρημα, χωροχρονικός αποπροσανατολισμός, λήθαργος, σπασμοί, κώμα). Η βαρύτητα της εικόνας, εξαρτάται αντίστοιχα από την βαρύτητα της αφυδάτωσης και αποτελεί δείκτη υπολογισμού του ελλείμματος του ύδατος στην κλινική πράξη. Η σοβαρή αφυδάτωση οδηγεί σε υπογκαιμικό shock (καταπληξία) με ιστική υποάρδευση και υποξία.

Θεραπεία
Η θεραπεία της αφυδάτωσης συνίσταται στην αποκατάσταση του ισοζυγίου του ύδατος, παράλληλα με την αντιμετώπιση της υποκείμενης νόσου και τη ρύθμιση πιθανών ηλεκτρολυτικών διαταραχών (Νατρίου, Καλίου, συχνά δε και Ασβεστίου). Το πρώτο βήμα αποτελεί ο καθορισμός της βαρύτητας της αφυδάτωσης και ο προσδιορισμός του ελλείμματος του ύδατος. Επί ήπιας και μέτριας αφυδάτωσης και επί γαστρεντερικής ανοχής γίνεται προσπάθεια για αναπλήρωση του ελλείμματος με χορήγηση από του στόματος κατάλληλων διαλυμάτων (αλατούχα υδατικά διαλύματα). Η από του στόματος ενυδάτωση γίνεται αρχικά σε μικρές και συχνά λαμβανόμενες ποσότητες, προς αποφυγή ερεθισμού του γαστρεντερικού σωλήνα.

Επί αδυναμίας λήψεως υγρών από του στόματος, όπως και σε περίπτωση σοβαρής αφυδάτωσης, γίνεται χρήση ενδοφλεβίων διαλυμάτων, ισοτόνων (ίδιας ωσμωτικής πιέσεως με το αίμα), όπως διάλυμα 0,9% NaCl, ή διάλυμα Ringers Lactated. Ιδιαίτερη προσοχή απαιτεί η ρύθμιση της υπονατριαιμίας και της υπερνατριαιμίας όταν αυτές συνυπάρχουν . Η διόρθωσή τους πρέπει να γίνεται σταδιακά με συνεχείς μετρήσεις της συγκέντρωσης Να στον ορό. Η άμεση διόρθωση χρόνιας υπονατριαιμίας έχει συνδεθεί με εμφάνιση κεντρικής γεφυρικής μυελινόλυσης. Αντίστοιχα η απότομη διόρθωση της υπερνατριαιμίας οδηγεί σε εγκεφαλικό οίδημα. Ακριβώς γι’ αυτό η αποκατάσταση της υπερνατριαιαμίας γίνεται με αργούς ρυθμούς σε διάστημα 48h.

Leave a Reply