Διαταραχές εμμήνων

18/11/2013 12:39
Διαταραχές εμμήνων

Πολύπλοκες αλληλεπιδράσεις μεταξύ των ορμονών ελέγχουν την έναρξη της εμμήνου ρύσεως κατά την εφηβεία, την διάρκεια και την ρυθμικότητα του κύκλου κατά την αναπαραγωγική ηλικία και το τέλος της κατά την εμμηνόπαυση. Σε γενικές γραμμές μπορούμε να πούμε ότι ο ορμονικός έλεγχος της εμμήνου ρύσεως ξεκινάει στον υποθάλαμο (βρίσκεται στον εγκέφαλο) ο οποίος εκκρίνει κατά ώσεις ορμόνες οι οποίες επηρρεάζουν την έκκριση των γοναδοτροφινών από την υπόφυση – τις γνωστές FSH και LH (θυλακιοτρόπος και ωχρινοτρόπος ορμόνη αντίστοιχα) που δρούνε στο επίπεδο των ωοθηκών οι οποίες με την σειρά τους εκκρίνουν οιστρογόνα και προγεστερόνη. Οι δύο αυτές ορμόνες ελέγχουν τελικώς την κυκλικότητα και την διάρκεια της περιόδου. Επιπλέον, η παραγωγή ορμονών από άλλους ενδοκρινείς αδένες, όπως τα επινεφρίδια και ο θυρεοειδής μπορεί να επηρεάσει ποικιλοτρόπως την λειτουργία των ωοθηκών και κατά συνέπεια της περιόδου. Οι διαταραχές της περιόδου περιλαμβάνουν την: αμηνόρροια (απουσία περιόδου), την δυσμηνόρροια (επώδυνη περίοδος), την ολιγομηνόρροια (κύκλοι όχι συχνοί), πολυμηνόρροια (συχνοί κύκλοι), την μηνορραγία (συνήθως με αυξημένη αιμορραγία και με παρατεταμένη διάρκεια κύκλων), μητρορραγία (αιμορραγία εκτός κύκλου), μηνομητρορραγία (ακανόνιστοι κύκλοι με βαριά αιμορραγία μεγάλης διάρκειας), των προεμμηνορυσιακό σύνδρομο (με σωματικά και ψυχολογικά συμπτώματα) που συμβαίνουν πριν την έναρξη του κύκλου) και τέλος τις δυσλειτουργικές αιμορραγίες της μήτρας.

Προεμμηνορυσιακό σύνδρομο
Πρόκειται για ένα σύνολο ψυχολογικών και σωματικών συμπτωμάτων τα οποία έχουν έναρξη μερικές μέρες πριν και συνήθως τελειώνουν μερικές ώρες μετά την έναρξη της εμμήνου ρύσεως. Γενικά τα συμπτώματα είναι πάρα πολλά (ταχυκαρδία, κεφαλαλγία, μαστοδυνία, δυσκοιλιότητα, έντονη κοιλιαλγία, ίλιγγος, λιποθυμικά επεισόδια, εξάντληση, κούραση, αυπνία, έμετο κ.α) και διαφέρουν από γυναίκα σε γυναίκα. Σε περιεμμηνοπαυσιακές γυναίκες τα συμπτώματα εμμένουν και μετά το πέρας της περιόδου ενώ σε νέες γυναίκες πολλές φορές συνοδεύονται από δυσμηνόρροια. Στον προεμμηνορυσιακό δυσφορικό σύνδρομο τα συμπτώματα είναι τόσο σοβαρά που καθιστούν αδύνατες βασικές δραστηριότητες όπως η εργασία, κοινωνικές δραστηριότητες ή σχέσεις.

Θεραπεία
Η ξεκούραση, ο ύπνος, η τακτική άσκηση, η μειωμένη κατανάλωση άλατος, ζάχαρης και καφείνης σε συνδυασμό με την λήψη βιταμινούχων συμπληρωμάτων (βιταμίνη B, D, Ασβέστιο και Μαγνήσιο) μπορούν να μειώσουν την ένταση των συμπτωμάτων και να προκαλέσουν έντονη ανακούφιση. Επίσης η χορήγηση με στεροειδών αντι-φλεγμονωδών φαρμάκων (NSAIDS) και αντισυλληπτικών δισκίων μπορεί να ανακουφίσουν από τα συμπτώματα του συνδρόμου. Στις πιο βαριές περιπτώσεις (προεμμηνορυσιακό δυσφορικό σύνδρομο) μπορούν να χρησιμοποιηθούν ακόμα και αντικαταθλιπτικά).

Δυσμηνόρροια
Είναι το έντονο πυελικό άλγος κατά την διάρκεια της καταμηνιαίας αιμορραγίας. αιτιοπαθογενετικός παράγοντας) ο πόνος παρατηρείται μόνο σε ωορρηκτικούς κύκλους (κύκλους όπου συμβαίνει ωορρηξία) και πιστεύεται ότι οφείλεται σε απελευθέρωση προσταγλανδινών κατά την περίοδο. Τα συμπτώματα υποχωρούν μετά από δύο – τρεις ημέρες από την έναρξη της περιόδου. Οι πρωτοπαθής δυσμηνόρροια γίνεται λιγότερο ενοχλητική μετά από εγκυμοσύνη και με την αύξηση της ηλικίας. Η δευτεροπαθής δυσμηνόρροια συνήθως ξεκινάει κατά την εφηβεία και οφείλεται σε παράγοντες όπως ενδομητρίωση, ινομυώματα, αδενομύωση, σύνδρομο πυελικής συμφόρησης (είναι μία κατάσταση η οποία χαρακτηρίζεται από διαστολή των πυελικών φλεβών με εγκλωβισμό μεγάλης ποσότητας αίματος σε αυτές με σχηματισμό κιρσών στο πυελικό έδαφος), φλεγμονή πυέλου, στένωση του τραχηλικού στομίου της μήτρας. Για την αντιμετώπιση η χορήγηση NSAIDS συνήθως καταφέρνει να μειώσει αισθητά την επώδυνη συμπτωματολογία.

Δυσλειτουργικές αιμορραγίες της μήτρας
Είναι οι παθολογικές αιμορραγίες από την μήτρα που οφείλονται σε αλλαγές του ορμονικού μηχανισμού ελέγχουν της εμμήνου ρύσεως. Αυτές οι αιμορραγίες είναι πιο συχνές στην αρχή και στο τέλος της αναπαραγωγικής ηλικίας της γυναίκας. Η δυσλειτουργική αιμορραγία της μήτρας προκύπτει συνήθως όταν τα επίπεδα των οιστρογόνων μετά από την ωορρηξία, παραμένουν σε υψηλά επίπεδα αντί να μειώνονται όπως κανονικά συμβαίνει. Επιπλέον, δεν υπάρχει προγεστερονική αντιρροπιστική δράση έναντι της υπεροιστρογοναιμίας με αποτέλεσμα το ενδομήτριο να συνεχίζει να αυξάνει σε μέγεθος (αντί να διασπάται και να αποπίπτει όπως συμβαίνει φυσιολογικά σε κάθε κύκλο). Η κατάσταση αυτή είναι γνωστή ως υπερπλασία του ενδομητρίου. Όταν το ενδομήτριο είναι υπερπλαστικό αυτό αποπίπτει ανώμαλα και όχι ολοκληρωτικά προκαλώντας ανώμαλη, παρατεταμένη και μερικές φορές βαριά αιμορραγία. Αυτός ο τύπος της αιμορραγίας είναι γνωστός σε γυναίκες με σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών (PCOS) ενώ η μη αντιρροπούμενη υπεροιστρογοναιμία αυξάνει τον κίνδυνο για εμφάνιση καρκίνου του ενδομητρίου ακόμα και σε νέες γυναίκες. Τα συμπτώματα χαρακτηρίζονται από πολυμηνόρροια (κύκλους με μεσοδιαστήματα μικρότερα των 21 ημερών), μητρορραγία (αιμορραγία εκτός του κύκλου) και μεμηνορραγία (μεγάλη ποσότητα αίματος και με διάρκεια άνω των 7 ημερών). Σε αρκετές περιπτώσεις μπορεί να αναπτυχθεί σιδηροπενική αναιμία λόγω της χρόνιας απώλειας αίματος.

Θεραπεία
Η θεραπεία εξαρτάται από την ηλικία της γυναίκας, την σοβαρότητας της αιμορραγίας, την ύπαρξη υπερπλασίας του ενδομητρίου ή όχι και από την επιθυμία εγκυμοσύνης ή όχι. Η θεραπεία αποσκοπεί από την μία στον έλεγχο της αιμορραγίας και από την άλλη να προλάβει την ανάπτυξη καρκίνου του ενδομητρίου. Το ενδοκολπικό υπερηχογράφημα είναι πολύ χρήσιμο στο να ανιχνεύσει τυχόν υπερπλασία του ενδομητρίου, και όταν συνυπάρχουν συγκεκριμένοι παράγοντες κινδύνου για την εμφάνιση καρκίνου του ενδομητρίου, τότε πριν την έναρξη της οποιαδήποτε φαρμακευτικής αγωγής κρίνεται αναγκαία η διενέργεια βιοψίας του ενδομητρίου (είτε υστεροσκοπικά ή με διαγνωστική απόξεση της ενδομητρικής κοιλότητας).

Οι προαναφερθέντες παράγοντες κινδύνου είναι:

* Ηλικία < 35 ετών
* Παχυσαρκία
* PCOS
* Αρτηριακή υπέρταση, Σακχαρώδης διαβήτης
* Πάχυνση ενδομητρίου
* Εμμένουσα αιμορραγία παρά την χορήγηση φαρμακευτικής αγωγής

Όταν τα ευρήματα από το ενδομήτριο είναι φυσιολογικά τότε η χορήγηση ορμονών μπορεί να ελέγξει την συμπτωματολογία και πιο συγκεκριμένα: χορήγηση αντισυλληπτικών δισκίων σε ελαφριές μορφές αιμορραγίας ή ενδοφλέβια χορήγηση οιστρογόνων μέχρι να ελεγχθεί η αιμορραγία σε πιο βαριές περιπτώσεις. Συνήθως, η ενδοφλέβια χορήγηση οιστρογόνων συνοδεύεται με από του στόματος προγεσταγόνων και στην συνέχεια χορηγούνται για άλλους τρεις έως 5 μήνες αντισυλληπτικά δισκία για σταθεροποίηση του κύκλου. Στις γυναίκες στις οποίες δεν είναι δυνατή η χορήγηση οιστρογόνων ή αντισυλληπτικών δισκίων (μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με σημαντικά καρδιαγγειακά προβλήματα) η τοποθέτηση ενός ενδομητρικού σπειράματος που περιέχει προγεσταγόνο με σταθερή ημερήσια απελευθέρωση αυτού ή η χορήγηση από του στόματος ή σε ενέσιμη μορφή προγεσταγόνων αποτελούν καλές εναλλακτικές λύσεις. Στις περιπτώσεις που η απόξεση της ενδομητρικής κοιλότητας αναδεικνύει παρουσία παθολογικών κυττάρων τότε στις μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες προτείνεται η υστερεκτομή, ενώ στις προεμμηνοπαυσιακές είναι δυνατή η χορήγηση υψηλών δόσεων προγεσταγόνων για διάστημα 3-6 μηνών όπου μετά πραγματοποιείται μία νέα απόξεση ενδομητρίου. Αν και η δεύτερη απόξεση είναι παθολογική τότε πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπ’ όψιν η περίπτωση της υστερεκτομής.

 Δ. Πανούσης – Γυναικολόγος

Leave a Reply