Κατάπτωση σωματική και πνευματική

27/11/2013 07:59

Η κατάθλιψη δεν είναι απλά το «νταούνιασμα», η αίσθηση μοναξιάς ή η ανορεξία. Πρόκειται για ψυχική νόσο που εκδηλώνεται με ποικίλη ένταση σε όλα τα επίπεδα ταυτόχρονα. Το κοινό χαρακτηριστικό όλων είναι η αντιφατικότητα και ένταση των συναισθημάτων, η μεταπήδηση από το ένα άκρο στο άλλο.

1. Δημιουργικότητα : το βασικό σύμπτωμα της κατάθλιψης είναι η αίσθηση αδυναμίας, η ανικανότητα να ενεργήσει το άτομο προς αυτά που το ενδιαφέρουν. Η αδυναμία αυτή βιώνεται τόσο ως σωματική κατάπτωση όσο και ως έλλειψη διάθεσης. Συνήθως, για παράδειγμα, στην εργασία του ο καταθλιπτικός θα κάνει μόνο τα στοιχειώδη που είναι απολύτως απαραίτητα χωρίς να προβεί σε καμία ιδέα ή πρωτοβουλία. Η «εργασιοθεραπεία», στην οποία κάποιοι βρίσκουν καταφύγιο, δεν συνδυάζεται συνήθως με πραγματική δημιουργικότητα – ας μην ξεχνάμε ότι η δημιουργικότητα προσφέρει ευχαρίστηση, ένα συναίσθημα που λείπει στην κατάθλιψη.

2. Διατροφή
: οι διακυμάνσεις στην όρεξη είναι το πλέον χαρακτηριστικό στην περίοδο της κατάθλιψης. Το άτομο, είτε παρουσιάζει ακατάσχετη όρεξη για φαγητό ή ακριβώς το αντίθετο. Μάλιστα, δεν είναι σπάνιο να χάνει κιλά ακόμη και αν τρώει ασταμάτητα λόγω υπερέντασης: η έντονη στεναχώρια ανεβάζει την αδρεναλίνη, που με τη σειρά της ανεβάζει τις καύσεις. Η ειρωνεία είναι πως νιώθει κανείς έναν κόμπο στο στομάχι, όπως όταν είμαστε ερωτευμένοι, μόνο που εδώ προέρχεται από αντίθετα συναισθήματα. Σε μακρά χρονικά διαστήματα κατάθλιψης είναι δυνατόν να παρατηρήσει κανείς και τις δύο τάσεις (υπερβολική όρεξη, ανορεξία). Αυτή η περίπτωση λειτουργεί παραπλανητικά καθώς μπορεί να νομίσει κανείς ότι ξεπερνά την ασθένεια, ενώ απλώς αλλάζει το σύμπτωμα.

3. Επικοινωνία – Κοινονικότητα
: όπως είναι προφανές, όταν το άτομο μπαίνει/βρίσκεται σε κατάθλιψη αδυνατεί να επικοινωνήσει με τους γύρω του. Η συναισθηματική απομόνωση στην οποία οδηγείται κανείς συνοδεύεται από απογοήτευση, αίσθηση ότι κανείς δεν μπορεί να τον/την καταλάβει ή απλά απροθυμία να επικοινωνήσει. Αυτή η συναισθηματική απομόνωση δεν είναι βέβαιο ότι θα οδηγήσει πάντα και στην φυσική απομόνωση: δεν είναι ασύνηθες να παρουσιάζει κανείς έντονη κοινωνικότητα (να βρίσκεται συνεχώς με άλλους, να βγαίνει κλπ), που όμως σπανίως είναι ουσιαστική καθώς μπορεί να επιλέγεται λόγω της αδυναμίας κάποιου να μείνει μόνος του, να αντέξει τις σκέψεις και τον εαυτό του.

4.
Σεξουαλικότητα : δεδομένης της αδυναμίας πραγματικής επικοινωνίας, άρα και της αδυναμίας να ερωτευτεί κανείς –ο έρωτας είναι ένα πραγματικό φάρμακο γι’ αυτή την κατάσταση, αλλά τόσο απόμακρο σε αυτή τη φάση, ειδικά αν στην κατάθλιψη έχει οδηγήσει μια ερωτική απογοήτευση- θα αναφερθώ στην σεξουαλικότητα ως σεξουαλική/σωματική προδιάθεση. Εδώ τα πράγματα είναι ζόρικα μιας και η αίσθηση αδυναμίας, που περιέγραφα πριν, διαπερνά όλο το σώμα. Η σωματική αδυναμία, η αίσθηση ότι το σώμα είναι σαν παραλυμένο, ανόρεκτο, χωρίς αισθήσεις και επιθυμίες, δημιουργεί μια σχεδόν απόλυτη αδιαφορία για τη σεξουαλική συνεύρεση. Ενίοτε, αυτή η συνεύρεση μπορεί να συμβεί, αλλά συνήθως προκύπτει ως αντίδραση σε μια παρατεταμένη –για τους παραπάνω λόγους- αποχή, ως μια προσπάθεια να αποδείξει κανείς στον εαυτό του ότι είναι ενεργός παρά ως πραγματική ανάγκη ή επιθυμία.

5.
Ύπνος : εδώ συναντάμε έναν παράξενο συνδυασμό αϋπνίας και επιθυμίας για περισσότερο ύπνο. Κατά κύριο λόγο, ειδικά το βράδυ, η κατάθλιψη εμποδίζει το άτομο να κοιμηθεί, με αποτέλεσμα συχνά να στριφογυρνά στο κρεβάτι του – αν δεν έχει επιλέξει να «αντιμετωπίσει» το πρόβλημα με ξενύχτι εκτός σπιτιού. Όμως, αφού κοιμηθεί δεν επιθυμεί να ξυπνήσει! Αυτό μεταφράζεται με (επιθυμία για) πολλές ώρες στο κρεβάτι, ακόμη και αφού ξυπνήσει το πρωί. Πρόκειται για την εσωτερική ανάγκη, και ανάγκη, να κρυφτεί κανείς από το όποιο πρόβλημά του, που συχνά μεταφράζεται στη σκέψη «ας κοιμηθώ και ας ξυπνήσω… σε κάνα μήνα»!

Φυσικά, η ένταση των συμπτωμάτων ποικίλει από άτομο σε άτομο: σε πολλούς μπορεί να δημιουργήσει και την απροθυμία για την ίδια τη ζωή. Πάντως, η αναγνώριση των συμπτωμάτων είναι ουσιαστική προκειμένου να υπάρξει καταρχήν η πιθανότητα να βγει το άτομο απ’ την κατάθλιψη. Αυτό επειδή, ανάμεσα στους διάφορους τρόπους να ξεφύγει κανείς, είναι και η εξωτερίκευση του προβλήματος σε κάποιον φίλο: αυτό δεν μπορεί να γίνει αν δεν αναγνωρίζεται το πρόβλημα. Πράγματι, το να μιλήσει κανείς γι’ αυτό είναι, όχι (απλώς) λυτρωτικό αλλά, αφετηρία αντιμετώπισης. Βέβαια, εδώ υπάρχουν δύο εμπόδια: το ένα είναι το να μπερδέψει κανείς την κατάθλιψη με την έντονη στεναχώρια ή μοναξιά (και προς τις δύο κατευθύνσεις), είτε τελικά υποτιμώντας την κατάθλιψη είτε υπερτιμώντας τη στεναχώρια. Το άλλο πρόβλημα είναι η δυσκολία να ανοιχτεί κανείς στους άλλους, μιας και έχει απομονωθεί, αλλά και η ντροπή που νιώθει απέναντί τους – ειδικά αν η κατάθλιψη τον/την οδήγησε σε άσχημες συμπεριφορές. Το μεγαλύτερο πρόβλημα που προκύπτει δεν είναι η κατάθλιψη καθεαυτή αλλά η χρόνια κατάθλιψη. Αδυνατώντας να διαγνώσει ή να αντιμετωπίσει κανείς την κατάθλιψη, μπορεί να βυθιστεί πραγματικά μέσα σ’ αυτήν για διαστήματα που ξεπερνούν το έτος. Εκεί η κατάσταση εύκολα ξεφεύγει από κάθε έλεγχο και μπορεί να γίνει σχεδόν μόνιμη: τα συμπτώματα που περιγράψαμε ίσως να χάνουν την έντασή τους, αφού γίνονται μέρος της καθημερινότητας, και αυτό είναι το επικίνδυνο καθώς σταδιακά ενσωματώνονται στον χαρακτήρα ή/και στις συνήθειες.

Η αντιμετώπιση του προβλήματος ποικίλει από άτομο σε άτομο, ανάλογα και με την αιτία που την έχει προκαλέσει, και είναι εξαιρετικά δύσκολο να προβούμε σε γενικεύσεις σε αυτό το σημείο. Υπάρχουν όμως δύο βασικές σταθερές που οφείλουμε να γνωρίζουμε για το τι θεραπεύει και τι επιδεινώνει την κατάθλιψη. Όσον αφορά τη θεραπεία από την κατάθλιψη -εκτός της επικοινωνίας και του έρωτα-, μία σίγουρη και απλή επιλογή για την αργή αλλά σταδιακή διέξοδο είναι η γυμναστική. Όσο παράξενο κι αν ακούγεται, επειδή η γυμναστική προσφέρει ανάταση στο σώμα, το ξαλαφρώνει έστω και παροδικά από τη βασανιστική αίσθηση αδυναμίας και απροθυμίας για κίνηση. Σε ένα δεύτερο επίπεδο, επειδή το σώμα και η ψυχή επικοινωνούν πάντα, όταν το σώμα νιώσει καλύτερα, είναι βέβαιο ότι θα μεταδώσει κάτι από την ευφορία του και στην ψυχή. Επίσης, προφυλάσσεται από τις ασθένειες που κανονικά θα εκδήλωνε λόγω της ψυχικής ασθένειας, αφού όταν η ψυχή νοσεί εκδηλώνονται σωματικά συμπτώματα – από απλές κύστεις μέχρι καρκίνους!

Όσον αφορά την επιδείνωση της κατάθλιψης, αυτή συνδέεται με μία πάγια επιλογή των ατόμων σε κατάθλιψη, που δεν είναι άλλη από τη χρήση ουσιών. Οι ουσίες, είτε πρόκειται για φαρμακευτικά αντικαταθλιπτικά είτε ναρκωτικές ουσίες (τσιγάρο, ποτό, χασίς, παραισθησιογόνα ή άλλα ψυχότροπα), όχι μόνο δεν βοηθούν στην κατάθλιψη αλλά οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια στη χρόνια κατάθλιψη. Αν και προσφέρουν μια πρόσκαιρη αίσθηση λύτρωσης, που είναι πραγματική για μικρά χρονικά διαστήματα μιας και δεν είναι επιζήμιο να ξαλαφρώνει κανείς από τις «μαύρες σκέψεις» του για λίγο, η παρατεταμένη χρήση μπλοκάρει την οποιαδήποτε ουσιαστική εξεύρεση λύσης και οδηγεί στην ουσιαστική συναισθηματική και πνευματική απομόνωση, που ούτως ή άλλως επιφέρει η χρόνια καθημερινή χρήση ουσιών. Τότε μπαίνει κανείς σε έναν φαύλο κύκλο απ’ τον οποίο μπορεί να μην ξεφύγει ούτε και μετά από χρόνια: πλέον το πρόβλημα, πέραν της κατάθλιψης, είναι η ίδια η χρήση ουσιών. Στις περισσότερες περιπτώσεις που έχει επιλεγεί η χρήση ουσιών ως –έστω και μεσοπρόθεσμός- τρόπος αντιμετώπισης, τα άτομα οδηγούνται σε χρόνια κατάθλιψη.

Leave a Reply