Μυϊκή ατροφία (Νωτιαία μυϊκή ατροφία)

08/01/2014 10:52
Μυϊκή ατροφία (Νωτιαία μυϊκή ατροφία)

Η Νωτιαία Μυϊκή Ατροφία,(Spinal muscular atrophy, SMA) θεωρείται μία από τις πιο συχνές αιτίες βρεφικής θνησιμότητας οφειλόμενη σε γενετικούς παράγοντες. Η διαταραχή αυτή χαρακτηρίζεται από εκφυλισμό των πρόσθιων κεράτων των α-κινητικών νευρώνων του νωτιαίου μυελού και έχει ως αποτέλεσμα συμμετρική μυϊκή αδυναμία και την εκφύλιση των κινητικών μυών. Σπάνια στην εκδήλωση της νόσου εμπλέκονται άλλα όργανα ή άλλο τμήμα του νευρικού συστήματος. Το 1993 πραγματοποιήθηκε μια διεθνή συνάντηση (International SMA Consortium) με σκοπό να καθορίσει τα διαγνωστικά κριτήρια της νόσου τα οποία συνοψίζονται στα παρακάτω:

1) Σε όλες τις περιπτώσεις παρατηρείται αδυναμία. Η αδυναμία είναι συμμετρική κυρίως κετρομελική και συνοδεύεται από υποτονία.
2) Παρατηρείται απονεύρωση η οποία επιβεβαιώνεται μετά από ηλεκτρομυογράφημα, βιοψία μυός και κλινικά κριτήρια
3) Δεν πρέπει να υπάρχει συμμετοχή από το κεντρικό νευρικό σύστημα (εκτός από τους κινητικούς νευρώνες του νωτιαίου μυελού), αρθρογρύπωση, αδυναμία προσώπου ή οφθαλμών. Τα παραπάνω θεωρούνται και κριτήρια αποκλεισμού.

Κληρονομικότητα
Η SMA είναι ένα γενετικό μονογονιδιακό νόσημα που κληρονομείται με αυτοσωματικό υπολειπόμενο τρόπο δηλαδή για να εκδηλωθεί η νόσος θα πρέπει το παιδί να κληρονομήσει και από τους δύο του γονείς από ένα παθολογικό (μεταλλαγμένο) γονίδιο. Μελέτες αναφέρουν ότι 98% των περιπτώσεων φέρουν το παθολογικό γονίδιο από προηγούμενες γενιές καθώς η νόσος για να εκδηλωθεί θα πρέπει οι γονείς να είναι και δύο φορείς.

Συχνότητα
Η συχνότητα της νόσου στη λευκή φυλή είναι περίπου 1:8000. Με βάση αυτή τη συχνότητα οι φορείς υπολογίζονται σε 1:40. Στη Ελλάδα η SMA θεωρείται ότι αποτελεί το τρίτο πιο συχνό γενετικό νόσημα μετά την μεσογειακή αναιμία και την ινοκυστική ίνωση και αν και μέχρι σήμερα δεν υπάρχουν επιδημιολογικές μελέτες υπολογίζεται όμως ότι κάθε χρόνο γεννιούνται 10 -14 παιδιά με τη νόσο.

Γενετική διαταραχή
Στο 95% των περιπτώσεων το νόσημα οφείλεται σε ομόζυγη έλλειψη των εξωνίων 7 και/ή 8 του γονιδίου SMN1. Στην ίδια γενετική θέση υπάρχει και το αντίγραφο γονίδιο SMN2 που ενώ παρουσιάζει μεγάλη ομολογία με το SMN1 εν τούτοις άτομα που έχουν έλλειψη στα εξώνια 7 και 8 του SMN2 δεν εμφανίζουν τη νόσο. Παρόλα αυτά έχει βρεθεί, χωρίς να είναι κανόνας, ότι όπου υπάρχουν πολλά αντίγραφα γονιδίου SMN2 παρατηρείται ηπιότερη εξέλιξη της νόσου. Επίσης είναι δυνατόν εκτός από τα γονίδια SMN1 και SMN2 να ανιχνεύονται στους ασθενείς ελλείψεις και γειτονικών γονιδίων (NAIP, ) που αν και συνδέονται με βαρύτερη εκδήλωση της νόσου, όταν μεταλλάσσονται μόνο αυτά δεν δημιουργούν SMA.

Γενετική διάγνωση
Η επιβεβαίωση της κλινικής διάγνωσης γίνεται στο 95% των περιπτώσεων με ανάλυση DNA όπου αναζητούνται ομόζυγες ελλείψεις των εξωνίων 7 και/ή 8 του γονιδίου SMN1. Σε περίπτωση ανίχνευσης ημιζυγώτη ασθενούς (φέρει ένα αντίγραφο SMN1 αντί για δύο) που δεν δείχνει την παραπάνω έλλειψη πρέπει να αναζητούνται σημειακές μεταλλάξεις στο γονίδιο SMN1. Στις υπόλοιπες περιπτώσεις (1-2%) συνιστάται βιοψία μυός.

Πρόληψη
Η πρόληψη της νόσου γίνεται με τρεις τρόπους:

* με τον προγεννητικό έλεγχο με μελέτη χοριακής λάχνης (11η εβδομάδα) ή με μελέτη αμνιακού υγρού (17η εβδομάδα)
* με την προεμφυτευτική διάγνωση όπου ελέγχονται τα έμβρυα πριν την εμφύτευσή τους στη μήτρα της μητέρας
* με την ανίχνευση φορέων

Μέχρι σήμερα ο προγεννητικός έλεγχος και η προεμφυτευτική διάγνωση εφαρμόζεται μόνο σε οικογένειες με μεγάλο ρίσκο εμφάνισης της νόσου εξαιτίας προηγούμενου παιδιού στην οικογένεια. Στο γενικό πληθυσμό δεν ενδείκνυται εκτός εάν υπάρχουν ενδείξεις από τον έλεγχο φορέων.

Ανίχνευση φορέων
Η ανίχνευση φορέων γίνεται σε DNA που απομονώνεται μετά από μια απλή αιμοληψία των ενδιαφερόμενων. Επειδή η πλειονότητα των ασθενών (95%) φέρουν κοινή μετάλλαξη (ομόζυγη έλλειψη εξωνίων 7 και/ή 8 του γονιδίου SMN1) είναι εφικτή η ποιοτική μέτρηση των αντιγράφων του γονιδίου SMN1 όπου η ανίχνευση ενός αντιγράφου γονιδίου δηλώνει φορεία ενώ δύο αντιγράφων δηλώνει μη φορεία. Στο Εργαστήριο Ιατρικής Γενετικής από τον Ιανουάριο του 2010 εφαρμόζεται η ανίχνευση φορέων με την σύγχρονη τεχνική MLPA. Η ασφάλεια του αποτελέσματος είναι περίπου 90% διότι έχει βρεθεί ότι κάποια άτομα φέρουν μεν δύο αντίγραφα τα φέρουν όμως και τα δύο στο ίδιο χρωμόσωμα με αποτέλεσμα εάν το άλλο έχει έλλειψη αντιγράφου να διαφύγει της παρατήρησης. Για το λόγο αυτό συνιστάται να γίνεται έλεγχος των ζευγαριών έτσι ώστε το ποσοστό λάθους (false negative) να μειωθεί περισσότερο. Επίσης είναι δυνατόν η ασφάλεια του αποτελέσματος να αυξηθεί (~98%) στις περιπτώσεις όπου υπάρχει συγγενής με τη νόσο και αυτό διότι δίνεται η δυνατότητα να συγκριθούν τα χρωμοσώματα που έχουν κληρονομηθεί στην οικογένεια με τα χρωμoσώματα του παθολογικού ατόμου (linkage analysis).

Τι προσφέρει το εργαστήριο ιατρικής γενετικής του πανεπιστημίου Αθηνών στη μοριακή μελέτη των ασθενών με lgmd’s
Το Εργαστήριο Γενετικής του Πανεπιστημίου Αθηνών αποτελεί σήμερα κέντρο αναφοράς για τον ελληνικό χώρο για τη μελέτη οικογενειών με SMA και των τριών τύπων. Από το 1995 που έχει βρεθεί το υπεύθυνο γονίδιο SMN1 μέχρι το 2010 εφαρμόζονται :

* ανίχνευση ομόζυγης έλλειψης στα εξώνια 7 και 8 του γονιδίου SMN1 (95% των ασθενών)
* ανίχνευση φορέων με την τεχνική MLPA ή με την ανάλυση απλοτύπων (μόνο συγγενείς)
* προγεννητικός έλεγχος σε βιοψία τροφοβλάστης (11η εβδομάδα) ή σε κύτταρα αμνιακού υγρού (17 η εβδομάδα)
* προεμφυτευτική διάγνωση με επιλογή φυσιολογικών εμβρύων πριν την εμφύτευση μέσω της εξωσωματικής διαδικασίας.

Leave a Reply